Με μειώσεις 20% στην Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) και κατάργηση της αυτοτέλειάς της, το μέλλον των Ευρωπαίων και Ελλήνων παραγωγών, τίθεται εν αμφιβόλω. Οι αγρότες αντιδρούν και η Ευρώπη δοκιμάζει τα όρια της συνοχής της.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πρόσφατα το προσχέδιο του προϋπολογισμού της για την περίοδο 2028–2034 και η αγροτική Ευρώπη αντέδρασε άμεσα και δικαίως. Οι προβλεπόμενες περικοπές στη χρηματοδότηση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ) είναι της τάξης του 20%, χωρίς καν να ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός, γεγονός που οδηγεί σε μια πραγματική συρρίκνωση της στήριξης προς τους Ευρωπαίους αγρότες. Από τις πεδιάδες της Βαυαρίας μέχρι τους ελαιώνες της Καλαμάτας, η ανασφάλεια εντείνεται. Οι άνθρωποι της γης αισθάνονται και είναι παραγκωνισμένοι.
Το σχέδιο της Επιτροπής αναφέρεται σε άμεσες πληρωμές ύψους 300 δισ. ευρώ στους αγρότες, ποσό σημαντικά μειωμένο σε σχέση με τα 386,6 δισ. του τρέχοντος προϋπολογισμού που λήγει το 2027. Η βασική αλλαγή αφορά την απορρόφηση μέρους των γεωργικών επιδοτήσεων σε ένα ενιαίο ταμείο που θα συνδυάζει αγροτικά, περιφερειακά και άλλα αναπτυξιακά κονδύλια. Έτσι, η γεωργία χάνει την αυτοτέλεια που για δεκαετίες εξασφάλιζε σταθερότητα στον πρωτογενή τομέα.
Οργή προκάλεσε το σχέδιο και στη Γερμανία, όπου οι αγρότες λαμβάνουν σήμερα περίπου 6,3 δισ. ευρώ ετησίως. Ο πρόεδρος του Γερμανικού Συνδέσμου Αγροτών, Joachim Rukwied, δήλωσε χαρακτηριστικά πως «μόνο ένας αυξημένος και ειδικά προσαρμοσμένος γεωργικός προϋπολογισμός μπορεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες». Αντίστοιχη κριτική ασκείται και από τον υπουργό Γεωργίας Alois Rainer, που κάνει λόγο για «επικίνδυνο σημείο καμπής».
Και στην Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι απλώς οικονομικό, είναι και βαθιά πολιτικό. Οι επιδοτήσεις της ΕΕ αποτέλεσαν για χρόνια ένα εργαλείο στήριξης και ανασυγκρότησης της ελληνικής υπαίθρου. Όμως η εμπειρία του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τους σκιώδεις ελέγχους, τις επιδοτήσεις σε μη παραγωγικούς αγρότες, άφησε πληγές, αδικίες και τεράστια απώλεια αξιοπιστίας. Όπως πάντα, εκείνοι που είχαν την ανάγκη δεν πήραν τίποτα, και κάποιοι άλλοι, οι γνωστοί ημέτεροι, με «άκρες, θησαύρισαν. Αυτό το καθεστώς δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνεχιστεί.
Η συζήτηση για τον νέο προϋπολογισμό της ΕΕ αναδεικνύει μια ευρύτερη αντίφαση: ενώ η Ευρώπη επιφορτίζεται με νέες αποστολές, άμυνα, καινοτομία, ψηφιακή μετάβαση, έλεγχος της μετανάστευσης, ταυτόχρονα καλείται να τις υλοποιήσει με παρωχημένο και ανεπαρκές δημοσιονομικό εργαλείο. Όταν αλλάζουν οι προτεραιότητες, κάποιοι μένουν πίσω. Και αυτοί, προς το παρόν, είναι οι αγρότες.
Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι εάν αγνοηθούν, θα επανέλθουν με ακόμη δυναμικότερες κινητοποιήσεις, όπως άλλωστε έκαναν στο παρελθόν με τη συμφωνία Mercosur, που τελικά μπλόκαρε, σε μεγάλο βαθμό, χάρη στις πιέσεις των Γάλλων αγροτών και όχι μόνο.
Η Ευρώπη πρέπει να ξανασκεφτεί τι σημαίνει πρωτογενής παραγωγή. Δεν είναι μόνο τρόφιμα. Είναι κοινωνική συνοχή, πολιτισμός, ασφάλεια τροφίμων, περιβαλλοντική ισορροπία και βιώσιμη ανάπτυξη. Η γεωργία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «βάρος». Και οι αγρότες δεν είναι παρείσακτοι στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Είναι η βάση του.
Η Ελλάδα, ως χώρα με ισχυρό αγροτικό τομέα και ιδιαίτερα ευάλωτες περιοχές (ορεινές, νησιωτικές), έχει καθήκον να υπερασπιστεί με σχέδιο και διαφάνεια τις ανάγκες των παραγωγών της. Να αποτρέψει νέες αδικίες και να διεκδικήσει στήριξη που θα φτάνει στους πραγματικά ενεργούς αγρότες, όχι στα γνωστά κυκλώματα. Δεν νοείται, εν έτει 2025, να συνεχίζονται οι ίδιες παθογένειες στον καταμερισμό των ευρωπαϊκών πόρων.
Το γεωργικό λόμπι της ΕΕ είναι ισχυρό και, όπως αποδεικνύεται, ικανό να επηρεάζει τις πολιτικές εξελίξεις. Όμως, η πολιτική βούληση δεν είναι δεδομένη. Θα χρειαστούν συγκρούσεις, τεκμηρίωση και επιμονή για να διασωθεί ένα θεμέλιο της ευρωπαϊκής ιδέας: η στήριξη των τοπικών κοινωνιών και της αυτάρκειας.
Ας γίνει, λοιπόν, αυτή η κρίση ευκαιρία για μια νέα αγροτική πολιτική, πιο δίκαιη, στοχευμένη και διαφανή. Με έλεγχο, αξιολόγηση, ανανέωση. Για να μπορούν οι πολίτες, από την Θεσσαλία μέχρι τη Βουργουνδία, να συνεχίσουν να ζουν από τη γη τους με αξιοπρέπεια. Και για να μη γίνει η Ευρώπη ένα όμορφο, αλλά κενό, κέλυφος χωρίς ρίζες.
