Εκκλησία Λογοτεχνία

Τότε που ο Άγιος Παΐσιος ήταν για όλους μας ακόμη «ο Γέροντας Παΐσιος» ή «ο Πάτερ Παΐσιος

Παΐσιος

Της Μαίρης Μάκρα

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας που ο χρόνος μοιάζει να σταματά, όχι γιατί δεν κυλά, αλλά γιατί εμείς παύουμε για λίγο να τρέχουμε πίσω του. Στιγμές όπου η ψυχή βγάζει τα παπούτσια της και περπατά ξυπόλυτη εκεί που η σιωπή γίνεται φωνή, και το απλό γίνεται ιερό.

Το παρακάτω κείμενο δεν γράφτηκε με σκοπό να διδάξει. Γράφτηκε όπως ανασαίνει κανείς ανεβαίνοντας στο βουνό: βαθιά, ήσυχα και αληθινά. Είναι το καταστάλαγμα μιας εμπειρίας στο Μοναστήρι, ενός διαλείμματος απ’ τον κόσμο, με σκοπό τη γνωριμία με την ουσία, παραμερίζοντας τη θεωρία.

Μέσα από προσωπικές εικόνες, παρατηρήσεις και εσωτερικά βιώματα, ξεδιπλώνεται μια άλλη θέαση της ζωής· μια σύγκριση, όχι με σκοπό να κρίνει, αλλά για να αναδείξει τι χάνεται όταν απομακρυνόμαστε από τον εσωτερικό ρυθμό. Όταν η “κυψέλη” της αρμονίας συγκρίνεται με τη φασαρία του “έξω” κόσμου.

Αν κάτι εύχεται αυτό το γραπτό, είναι να γίνουμε, έστω και για λίγο, προσκυνητές στην ίδια μας την ψυχή. Και ίσως, να δούμε κι εμείς τη ζωή, όχι όπως μας την επέβαλαν, αλλά όπως την “ονειρεύεται” για χάρη μας ο Θεός.

***

Είμαι στον Πατέρα Παΐσιο! Όπως λέμε, «είμαι στο πατρικό μου»! Κάπως έτσι είναι για μένα το να βρίσκομαι στη Μονή του. Δυο μέρες τώρα, χθες μία και σήμερα δύο, που είμαι εδώ. Κι όμως, περισσότερο με παραξενεύει το πλήθος των πιστών, που παρατηρούν ο ένας τον άλλον με καχυποψία και επιφύλαξη, παρά οι εβδομήντα μοναχές, που κάθε τους κίνηση αποπνέει το αυτονόητο, το «Αυτό Είμαι», μέσα στην ομοιομορφία του ενδύματος.

Το μαύρο ράσο! Γιατί με καθηλώνει, δεν το ξέρω ακόμα. Το βέβαιο είναι πως το σέβομαι, το τιμώ, και θα μπορούσα, μέσα σ’ αυτό το απρόσωπο μαύρο, να υπάρχω με όλες μου τις δυνάμεις.

Αυτές τις δυνάμεις διακρίνω στις Μοναχές: αφοσίωση, υπευθυνότητα, συγκέντρωση στο τώρα, ομαδικότητα, πνεύμα συνεργασίας, αποτελεσματικότητα, εργατικότητα, κι εκείνο το σπουδαίο «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ», που σημαίνει:

«Δεν εξαρτάται η αξία μου από το πώς με βλέπει ο άλλος.
Δεν γίνομαι ένα αντίγραφο κάποιας διαφήμισης, για να αρέσω στον τυχαίο διπλανό μου.
Είμαι Εγώ, χωρίς κοσμικά στολίδια, γιατί υπηρετώ έναν ανώτερο σκοπό:
Να αρέσω στον Θεό μου, στον εαυτό μου και να μεσολαβήσω για το καλό του Ανθρώπου!»

Αυτό είναι η Μοναχή που συναντώ εδώ. Η Μοναχή με τη γεμάτη ζωή, τη γεμάτη ψυχή και το ζεστό βλέμμα.

Τώρα κάθομαι στο προαύλιο της εκκλησίας. Είναι ακόμη πρωί, 8 η ώρα. Τα πουλάκια, σε συγχορδία ασύλληπτης αρμονίας. Το βουνό, σε αδιάκοπη σιωπή. Τα τριαντάφυλλα, δροσερά. Οι Μοναχές, αθόρυβες, σε διαρκή κίνηση υπηρεσίας. Κλείνω τα μάτια κι αφήνομαι στην αγκαλιά του Πλάστη.

Ίσως αργότερα πάω για καφέ. Θα μου τον ψήσει, με προθυμία, η Αδελφή Μεγαλόχαρη, κι εγώ θα ντρέπομαι που βάζω σε κόπο μια Αδελφή με μαύρο ράσο. Μου φαίνεται ανήκουστο να κρατά το μπρίκι μια Μοναχή, που ξέρει να δοξολογεί τον Θεό με τόση μελωδία στη φωνή της. Κι όμως, εκείνη με πείθει πως αυτά πάνε μαζί… Να, δηλαδή: η αγάπη για τον Θεό, η φροντίδα για τον άνθρωπο και η ακούραστη προσφορά στο έργο της.

Τι ξεκούραστο ξεκαθάρισμα! Η σκέψη έχει μόνο μία κατεύθυνση: να είσαι παρών σε αυτό για το οποίο τάχθηκες.

Οι μέρες περνούν. Οι ώρες μεγαλώνουν, ωριμάζουν, θα έλεγα, από την ουσιαστική επαφή με την ψυχή μου, με τον Θεό μου, με τον Γέροντά μου, με τις Αδελφές μου, τις «εν Χριστώ» Αδελφές μου, με τις οποίες αρκεί ένα χαμόγελο για να νιώσουμε πως «μιλήσαμε», «επικοινωνήσαμε» και «χαρήκαμε» που συναντηθήκαμε στα δρομάκια του Μοναστηριού.

Ο αέρας φυσάει, τα κλαριά των δέντρων αποκτούν φωνή, που φτάνει στ’ αυτιά μου, διαπερνά την καρδιά μου και κατακάθεται μέσα μου ως πνοή ευγνωμοσύνης για όσα εισπράττω εδώ.

Δεν ξέρω αν θα βρω τα λόγια για να το περιγράψω. Πρέπει να σκύψω βαθιά μέσα μου, για να συλλέξω το απόσταγμα των γεγονότων. Γιατί αυτό, νιώθω, θα ήθελε ο Γέροντας από μένα: να σκύψω μέσα μου, ν’ αντικρίσω τα «ταγκαλάκια» που μου μπαίνουν στη μέση, να πάψω να πιστεύω πως είμαι κάτι σπουδαίο που, τί κρίμα, «το στεναχώρησαν το καημένο» οι άνθρωποι· να μαζέψω την υπερηφάνειά μου και να την πετάξω στον σκουπιδοτενεκέ.

Κι αφού ξεπλύνω το έδαφος της ψυχής μου με την αγάπη μου, το μόνο αγαθό που διαθέτω, στον Ιησού Χριστό, στην Παναγία, στους Αγγέλους και στους Αγίους, να ελπίσω ότι θα μου δοθεί η άδεια να ψάξω για τις λέξεις που περιγράφουν τη ζωή σ’ ένα Μοναστήρι.

Προς το παρόν, θα θυμάμαι: τον Όρθρο, στις 4 η ώρα τα ξημερώματα. Νύχτα ακόμη. Το σήμαντρο ηχεί ως πάνω στο βουνό. Μόνο τα καντήλια φωτίζουν την εκκλησία. Οι Μοναχές, σιωπηλές, πηγαινοέρχονται σαν σκιές μέσα στο μισοσκόταδο· αθόρυβες, σαν να κολυμπούν στο ημίφως, παίρνουν τη θέση τους και η ψαλμωδία, «που διαλύει τα σκότη», ταξιδεύει μέσα στον χρόνο, μαζί με τις καρδιές των προσκυνητών, που άφωνοι προσπαθούν να συνυπάρξουν με την αρμονία.

Χωράει, άραγε, στην καρδιά του κοσμικού προσκυνητή η μελωδία του ουράνιου κάλλους; Η απάντηση είναι γραμμένη στον χρόνο… Θα δούμε…

Προς το παρόν, θα φάμε το λουκουμάκι μας, θα πιούμε το κρύο νερό, θ’ ανάψουμε το κεράκι μας κι αρκετοί θα αναχωρήσουν, την ώρα που το σήμαντρο θα χτυπά για τον Εσπερινό.

«Από πού έρχεσθε;» ρωτά η Αδελφή.
«Από την Αθήνα», απαντώ εγώ.
«Α! Μακριά! Και πώς ήρθατε;» ξαναρωτά.

Κι ενώ της δίνω πληροφορίες για το ταξίδι μου, νιώθω την απόστασή της από τα δρώμενα της κοσμικής πραγματικότητας. Και μόλις το νιώθω, συνειδητοποιώ και τη δική μου απόσταση από το «κοσμικό γίγνεσθαι», αυτό που εκφράζεται με το «κάνω ό,τι φαίνεται απαραίτητο», για να «φαινόμαστε», για να μας «εξασφαλίζει», για να μας «καταξιώνει» στα μάτια των άλλων.

Και τώρα, πώς να εξηγήσω σ’ αυτό το ρασοφορεμένο κορίτσι ότι είμαι ευτυχισμένη εδώ, μαζί τους; Μέσα σ’ αυτό το πρόγραμμα ζωής, όπου τα πάντα ρυθμίζονται με πνευματικούς κανόνες —της υπακοής, του σεβασμού, και τόσους άλλους, άγνωστους για την «εξελιγμένη» κοινωνία μας— με σκοπό την αρμονική συνεργασία μέσα στο σύνολο;

Μέσα σ’ αυτό το πνευματικό εργαστήρι που σμιλεύει τις ψυχές, βρίσκω τα Πιστεύω μου, τις Αξίες μου, τα Ιδανικά μου. Και δέχομαι να γίνω μικρή μαθήτρια και να μάθω πως σεβόμαστε ακόμη και ένα ποτήρι νερό. Δεν το χύνουμε απερίσκεπτα… όπως πήγα να το κάνω εγώ… και η Αδελφή με πρόλαβε· με χαμόγελο μου το πήρε από το χέρι και το έχυσε στη γλάστρα με τον βασιλικό, που ήταν λίγο πιο πέρα από τον νεροχύτη.

Αχ, Πάτερ Παΐσιε… Πώς έχεις εκπαιδεύσει τους μαθητές σου, κι εκείνοι τους επόμενους που ακολουθούν! Ποικιλότροπα και με ζυμώσεις, όπως η ίδια η Γη, η Φύση, το Σύμπαν, και όλα μαζί κάτω από το χέρι του Θεού!

Η ώρα θα είναι… 7 ή 8 το πρωί… δεν ξέρω ακριβώς. Ξημερώματα ήμουν πάλι στη μισοσκότεινη εκκλησία, για τον Όρθρο. Το «κοσμικό» μου κορμί νυστάζει. Ο «κοσμικός» μου λογισμός αραδιάζει ένα σωρό ανοησίες. Η ψυχή μου ευφραίνεται και συλλέγει —όπως η μέλισσα— το νέκταρ της κάθε στιγμής. Με τον ήχο, με τη γεύση, με κάθε πνοή. Κι εγώ, ως δισυπόστατο ον, προσπαθώ να κατανοήσω και να νιώσω το «θαύμα» της επίγειας ευτυχίας μου:

«Πώς γίνεται να εκπληρώθηκε τόσο εύκολα η επιθυμία μου; Να ζήσω, για τόσες μέρες, τη ζωή στο μοναστήρι!»
Γεμάτη ευγνωμοσύνη, απορεί η ψυχή μου.

«Σιγά το “θαύμα”! Στη σύγχρονη εποχή όλα γίνονται!»
Σκληρή η ριπή της προσγείωσης απ’ το νυσταγμένο μυαλό μου.

«Ποιος μου το κάνει αυτό;» αναρωτιέμαι…

«Πρόσεχε το ταγκαλάκι», λες και μου ψιθυρίζει ο Πατήρ Παΐσιος.
«Πάει να σου θολώσει τον λογισμό!»

Κι επειδή στον λογισμό, ως φαίνεται, έχουν χτίσει αεροδρόμιο τα «ταγκαλάκια» και παίζουν άσχημα παιχνίδια με την ψυχή, εγώ, ως άνθρωπος, παραιτούμαι από τον φόβο: «Μήπως δεν είμαι αρκετά σωστή…»

Καλώ τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και του δηλώνω την αδυναμία μου:

«Μόνη μου δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα στη μάχη.
Σάρωσέ τους απ’ το μυαλό μου!
Είναι κρίμα να σπαταλώ τις δυνάμεις μου στο να λέω: “Έξω από δω… έξω από δω!”,
ενώ μπορώ να είμαι εδώ και τώρα μόνο με τον Θεό μου.
Σε παρακαλώ, Αρχάγγελέ μου, σάρωσέ τους με το σπαθί σου!
Ευχαριστώ!»

Κι αφού τακτοποιήσαμε την υπόθεση…

Μπορώ να ζήσω την ευτυχία μου στη Χώρα του Θεού!
*
Τι έχω να κάνω σήμερα; Θα γεμίσω με λιβάνι τα σακουλάκια.

«Να είναι εκατό σακουλάκια», μου είπε η αδελφή Θεοφανώ. Κι έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Η σιωπή έγινε χειροπιαστή στο υπόγειο της Μονής.

Πώς είναι να ζεις την απόλυτη συγκέντρωση σ’ αυτό που κάνεις, την κάθε στιγμή; αναρωτήθηκα, μα δεν πήρα απάντηση. Είχα ήδη βυθιστεί στο άρωμα από χιλιάδες μικρά λιβανάκια, «σποράκια» στρογγυλά, που απλώνονταν μπροστά μου. Ο αέρας στο υπόγειο έγινε ο ίδιος θυμίαμα… κι εγώ βούλιαξα μέσα του.

«Βαπτίζεται η δούλη του Θεού στα αρώματα του Υψίστου», είπε η ψυχή μου.

Κι από εκείνη την ώρα, το θυμίαμα, η σιωπή, και το υπόγειο της Μονής έγιναν ο τόπος της προσευχής μου.

Θα ήθελα να βοηθώ τις Αδελφές στις δουλειές τους. Πώς όμως; Μήπως ενοχλώ με το να είμαι διαρκώς “ανάμεσά τους”;

Το σκέφτηκα – ή ίσως και να το είπα χαμηλόφωνα – καθώς κατηφόριζα προς το παρτέρι με τα λουλούδια, εκεί όπου «κείται» ο Γέροντας.

Ύστερα… δεν κατάλαβα πώς έγινε. Βρέθηκα να ποτίζω λουλούδια, να κουβαλάω μικρά φυτά στον κήπο που προορίζονταν για φύτεμα. Είδα τον εαυτό μου να φοράει μια μακριά ποδιά – «για να μη λερώσεις τα ρούχα σου», όπως είπε η αδελφή Θεοφάνη, που με δέχτηκε στον χώρο της, τον χώρο των φυτών και των λουλουδιών.

Συνέχισα τη δουλειά μου ευτυχισμένη. Την τελείωσα γεμάτη ευγνωμοσύνη.

«Να με φωνάξετε πάλι, σε ό,τι χρειαστείτε!», είπα στην Αδελφή, και πήγα – σχεδόν τρέχοντας – στον τάφο του Γέροντά μου. Γονάτισα και άγγιξα με τις παλάμες μου το χώμα που σκεπάζει το γήινο σώμα του. Έσκυψα πάνω του… και ξαφνικά, καυτά δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια μου. Δάκρυα μεταμέλειας για ό,τι κακό έχω διαπράξει, «εν γνώσει και εν αγνοία μου».

«Βοήθησέ με, σε παρακαλώ, να βοηθώ τους ανθρώπους!
Κάνε να μετουσιωθεί ό,τι κακό κι αν έκανα, σε δύναμη Φωτός και Ευλογίας για εκείνους.
Και θέλω να ξέρεις ότι σ’ αγαπάω πολύ.
Θα ήθελα να σε δω με τα μάτια μου… αλλά φοβάμαι πως αυτό είναι αλαζονεία.
Ποια είμαι εγώ, που ζητώ να δω Αγγέλους και Αγίους;
Συγγνώμη, αν αυτό είναι αμαρτία!
Θέλω μόνο να σου πω πως το ζητώ με αγάπη…
Όπως ζητάς να δεις ένα αγαπημένο σου πρόσωπο, που έχει φύγει μακριά.
Σε ευχαριστώ για τα λουλουδάκια που πότισα σήμερα.
Ευχαριστώ για την ευωδιά από τα κεριά που καίνε.
Ευχαριστώ για καθετί που κάνει αυτόν τον χώρο να ζει και να πάλλεται από την Παρουσία Σου».

Τα ψιθύρισα.

Τα δάκρυα έτρεχαν ζεστά. Η ψυχή μου γέμιζε με τις ευωδιές του κήπου.

Κάθισα πάνω στα χαλίκια και με άκουσα να λέω…

«Πάτερ Παΐσιε… Θέλεις να σε δω στον ύπνο μου;
Να, έτσι… σαν σε όνειρο.
Άμα θέλεις… σκέψου το.
Όπως και νάναι… εσύ ξέρεις τι είναι το σωστό, γιατί… να, με πιάνω να φοβάμαι!
Αν σε έβλεπα τώρα, εδώ απέναντί μου, θα γέμιζε η ψυχή μου χαρά.
Όμως, το βράδυ που είμαι μόνη μου, φοβάμαι!
Μήπως σε δω;
Όχι!
Φοβάμαι μήπως φοβηθώ!

Άκουσον, άκουσον! Τι ανοησία κι αυτή!
Γι’ αυτό σου λέω: «Θέλεις να σε δω στον ύπνο μου;»

Αχ, Πάτερ Παΐσιε… Τι ακούς και τι σου ζητάμε εμείς οι άνθρωποι!

Καλά λοιπόν… Θα σταματήσω να μιλάω και να διαπραγματεύομαι.
Συγγνώμη!
Είμαι μόνο ένας αδύναμος άνθρωπος…

***

Ως «αδύναμος άνθρωπος» κάθομαι τώρα κάτω απ’ την ελιά, στο ξύλινο παγκάκι.
Μπροστά μου αχνίζει ο ζεστός καφές, με καϊμάκι.
Είναι 8 η ώρα το πρωί.
Τελείωσε η Θεία Λειτουργία. Κοινώνησα.
Τέσσερις ώρες (από τις 4:00 τα ξημερώματα) στον ναό του Κυρίου σε κάνουν να βλέπεις κατάφατσα όλες σου τις… «παραξενιές».

Δηλαδή, ενώ όλοι οι φιλοξενούμενοι παίρνουν το πρωινό τους στο γνωστό δωμάτιο, την Τράπεζα, εγώ… το ’σκασα, με τον καφέ στο χέρι.
Έτρεξα κάτω απ’ την ελιά και θέλω πολύ να μείνω μόνη μου.

«Καλό ή κακό;» θα ρωτούσα τον Πατέρα Παΐσιο.

Κι εκείνος θα με ρωτούσε:
«Γιατί το κάνεις αυτό; Αποφεύγεις τους ανθρώπους;»

Εκεί που σκεφτόμουν, και έψαχνα μέσα μου να βρω την απάντηση,
έρχεται — σαν σίφουνας — μια νεοφερμένη προσκυνήτρια.
Στέκεται μπροστά μου και, προτού προλάβω ν’ απαντήσω στην «καλημέρα» της,
βρίσκομαι ν’ απαντάω στις απανωτές «ανακρίσεις» της…
(συγγνώμη: στις ερωτήσεις της, ήθελα να πω).

Ευτυχώς, πάει για καφέ.
«Θα επιστρέψω», με πληροφορεί.
Κι εγώ, αρπάζω το φλιτζάνι μου και κρύβομαι πίσω από το σπιτάκι, στον ίσκιο.
Ελπίζω να μη με ανακαλύψει.
Θέλω να είμαι μόνη μου. Με τις σκέψεις μου, τα συναισθήματά μου και το τετράδιό μου.
Ναι, αυτή η ώρα είναι ιερή για μένα.
Επειδή… «σκύβω» μέσα μου και γνωρίζω τον εαυτό μου.

Λοιπόν… Τι λέγαμε;
Αποφεύγω τους ανθρώπους;

Μμμμ… Θυμάμαι το χθεσινό απόγευμα.
Βρισκόμασταν πάλι στο δωμάτιο-Τράπεζα.
Τρώγαμε για βράδυ — η ώρα ήταν 5:30 μ.μ. — χωρίς να πεινάμε.
Όμως, αυτό μας είπε η Αδελφή Πλατυτέρα:
«Ας φάμε λίγο, για να μην πεινάσουμε αργότερα.»
Η Τράπεζα θα έκλεινε.

Τσιμπολογώντας και ψιλοκουβεντιάζοντας,
βρέθηκα μέσα σ’ ένα πεδίο ήχων που αγκάλιαζαν την ψυχή μου.
Σιγά-σιγά αναπαυόμουν μέσα σ’ αυτή τη μικρή ηχητική… «κούνια».
Και τότε κατάλαβα ότι, εδώ και ώρα, μιλούσε μια γυναίκα.
Χωρίς να εστιάζομαι στον μονόλογό της,
αφέθηκα στην αλήθεια που ξεχυνόταν απ’ την ψυχή της.

«Έχω κόρη Μοναχή εδώ», έλεγε με βαθιά χαρά.

Κοίταξα τα μάτια της. Ζεστά και υγρά, μισόκλειναν,
λες και προσπαθούσε να ξαναδεί-να ξαναζλησει-
εκείνη την ώρα του αποχωρισμού από την κόρη της.

«Αγάπησε τον Θεό περισσότερο απ’ τους ανθρώπους της.
Κι εμείς δεν της φέραμε κανένα εμπόδιο.
Ευλογία για το σπίτι μας η απόφασή της»,
τόνιζε, καθώς έσκυβε στο φαγητό της.

«Ευτυχώς για το παιδί σας, το να μην έχετε αντίρρηση…» της είπα.

«Ναι, ευτυχώς. Ευτυχώς για όλη την οικογένειά μας.
Γιατί… σκέψου πώς νιώθουν εκείνοι οι γονείς, που δεν το θέλουν αυτό…
Γιατί — σου το λέω — είναι πόνος!
Πόνος!
Μεγάλος, μεγάλος αποχωρισμός…»

Την κοίταξα με βαθύ σεβασμό.
Μπροστά της ένιωσα μικρή και ασήμαντη —
και χωρίς το δικαίωμα να παραπονιέμαι για την κούραση της ζωής μου.
Τι έχω καταθέσει εγώ;
Την κούραση των ποδιών μου, επειδή ξενύχτησα;
Τι λέμε τώρα;

Επομένως, Γέροντά μου…
Αποφεύγω τους ανθρώπους;
Ναι, όταν με αναγκάζουν να φλυαρώ!

«Το καθετί στην ώρα του», δεν έλεγες στα πνευματοπαίδια σου;

Αυτό κάνω.
Σέβομαι τον χρόνο και την ευκαιρία που μου δίνει αυτός ο τόπος
για να καθαρίσω τις σκέψεις μου.

***

Απόψε είμαι κουρασμένη. Δούλευα για ώρες στο υπόγειο, προσπαθώντας να διορθώσω τα λάθη μου.

«Μάλλον εγώ δεν σας εξήγησα καλά», λέει η Αδελφή Θεοφανώ και λυπάται που με βλέπει με κόκκινα, από την κούραση, μάτια.

Πράγματι, δεν κατάλαβα αυτό που για εκείνη ήταν αυτονόητο: με αυτή την ποσότητα λιβανιού γεμίζουμε εκατό σακουλάκια. Εγώ, όμως, γέμισα εκατό σακουλάκια, αλλά με μεγαλύτερη δόση. Με άλλα λόγια, τα παραγέμισα.

Και τώρα, τι κάνουμε; Τα άνοιξα όλα και τα γέμισα από την αρχή. Δουλειά τεσσάρων ωρών.

«Για να μάθω να ακούω καλά!», λέω στην Αδελφή.

«Όχι! Για να μάθω εγώ να εξηγώ καλύτερα αυτό που για μένα είναι αυτονόητο!», λέει εκείνη και μου χαμογελά.

Τι να πω τώρα; Ας ευχηθώ, καλύτερα, να πάρει η κοινωνία μας ως παράδειγμα την οργάνωση ενός Μοναστηριού και λίγη από την εκπαίδευση των Μοναχών. Ίσως να δούμε καμιά άσπρη μέρα κι εμείς, οι κοσμικοί… εκεί έξω.

«Πώς είναι εκεί έξω;», με ρωτάει η Αδελφή.

«Εκεί έξω, σπάνια ο καθένας αναλαμβάνει την ευθύνη του. Ρίχνει το σφάλμα στον άλλον και ησυχάζει η συνείδησή του! Μήπως πρέπει να εγκατασταθώ στο Μοναστήρι;» αναρωτιέμαι δυνατά.

«Δεν έχετε υποχρεώσεις εκεί έξω;», με ρωτάει η Αδελφή Πλατυτέρα, με την οποία συνομιλούσα.

«Έχω», της απαντώ, και σκέφτομαι τα παιδιά μου – τα φυσικά και τα πνευματικά.

«Αυτό προηγείται», λέει η Αδελφή και προσθέτει: «Έτσι κι αλλιώς, αυτό που μετράει είναι να κάνεις το χρέος σου, όπου κι αν βρίσκεσαι.»

«Αυτό πιστεύω κι εγώ. Μόνο που εδώ… αναπνέω. Εκεί έξω, προσπαθώ…», ψιθυρίζω.

Μου χαμογελά. Γεμίζει η ψυχή μου από την αρμονική επικοινωνία μας και φεύγω. Πηγαίνω στον ξενώνα για να πιω το καφεδάκι μου. Ύστερα… θα αφουγκραστώ τη Φύση. Ο ελαιώνας απλώνεται σε στρέμματα, και το θρόισμα των φύλλων καθαρίζει τη σκόνη της πολιτείας που έχει μαζευτεί στη σκέψη μου.
***
Ο χρόνος κυλάει και η ημέρα της αναχώρησής μου πλησιάζει. Όμως συνεχίζω να συμμετέχω σε ό,τι γίνεται! Όπως το να παρακολουθώ τον Όρθρο και τη Θεία Λειτουργία στις 4 τα ξημερώματα. Οι μοναχές ψάλλουν. Η Ηγουμένη διαβάζει τον Απόστολο και ψάλλει πολλά από τα τροπάρια.

Την παρατηρώ – κάθε πρωί, από τότε που ήρθα εδώ – με μια γλυκιά έκπληξη, θα έλεγα. Κάτι μου θυμίζει… κάτι οικείο, γλυκό σαν μέλι. Και ξαφνικά θυμάμαι. Μου θυμίζει τη βασίλισσα που είχα δει μέσα σε μια κυψέλη. Γύρω της συγκεντρώνονταν οι μέλισσες, σχηματίζοντας ημικύκλιο, κι εκείνη προχωρούσε ανάμεσά τους, χωρίς να την νοιάζει να φανεί η θέση της. Κι όμως, φαινόταν! Φαινόταν από την κατασταλαγμένη ουσία που εκδηλώνεται στο βλέμμα, στην κίνηση, στη φωνή.

Έχει συλλέξει τον καρπό της προσωπικής της πορείας και τον μοιράζεται με εκείνες που ακολουθούν τα βήματά της. Είναι εκεί. Είναι στον δρόμο της, είναι στη θέση της. Μα πάνω απ’ όλα είναι προσηλωμένη στον προσωπικό της στόχο! Κι αυτό φαίνεται σε κάθε της κίνηση: όταν σου τείνει το χέρι, σου χαμογελά και σε προσπερνά με ευγένεια. Γιατί πίσω από σένα – και από τον καθένα – βρίσκεται μόνο ο Θεός. Και μόνο σε Εκείνον έχει στραμμένο το σταθερό βλέμμα της προσοχής και της αφοσίωσης.

Όμως… έφτασε η ώρα.

Φεύγω. Η ψυχή μου είναι γεμάτη από αντιφατικά συναισθήματα. Χαίρομαι που επιστρέφω στον κοσμικό μου ρυθμό – τον οικείο, με την αγωνία του, τον θόρυβο, το κουβεντολόι του (συχνά άχρωμο και κουραστικό). Είναι “το οικείο”.

Λυπάμαι όμως τόσο πολύ που αφήνω πίσω μου “Το Πρόγραμμα του Θεού”. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να ονομάσω αυτή τη ζωή στο Μοναστήρι.

Τα συναισθήματα και οι εντυπώσεις που αποθήκευσε η ψυχή μου είναι νωπό υλικό, και ο λογισμός μου αδυνατεί να το ταξινομήσει σωστά.

Θα περιμένω να περάσει ο χρόνος, να γίνουν όλα όσα έζησα λίπασμα της ψυχής μου, για να τους δώσω όνομα.

Προς το παρόν, νιώθω βαθιά συγκίνηση και μια σιωπηλή, «αθόρυβη» λύπη… όπως τότε – μικρό παιδί – που αποχαιρετούσα το χωριό της γιαγιάς μου. Πονούσα, μα… σε ποιον να το πω; Έτσι έπρεπε να γίνει. Η ζωή μου, όπως χαράχτηκε από τους μεγάλους, όριζε πως έπρεπε να φύγω. Και δεν ξαναγύρισα…

Ελπίζω τώρα – και το εύχομαι – να ξαναγυρίσω εδώ, όπου η καρδιά μου αναπαύεται.

Κάθομαι κάτω από την ελιά. Η ησυχία διακόπτεται μόνο από τα πουλιά. Το βουνό φωτίζεται σιγά-σιγά από τον ήλιο που ανατέλλει. Καμία κίνηση γύρω μου. Καμία μοναχή στον ορίζοντα. Κι όμως, γνωρίζω πια ότι στην “καρδιά” αυτής της σιωπής υπάρχει παλμός ζωής, δημιουργικής εργασίας, συνεργασίας, αρμονικής κίνησης, με έναν κοινό στόχο: όλα να γίνονται σωστά, για να επιτυγχάνεται το καλό αποτέλεσμα.

Με σκοπό; Να είναι ευχαριστημένος ο Θεός και οι άνθρωποι.

Μήπως αυτό είναι το «Γεννηθήτω το θέλημά Σου, ως εν Ουρανώ και επί της Γης»;

Τότε… ας πω μια προσευχή:

«Είθε να γίνει το θέλημά Σου,
ως εν Ουρανώ και επί της κοσμικής μας ζωής!
Είθε το Μοναστήρι αυτό να ακτινοβολήσει την αρμονία του και στη ζωή μας…
εκεί κάτω, όπου:
ο θόρυβος ονομάζεται “ήχος”
η φλυαρία ονομάζεται “συζήτηση”
η αποφυγή ευθυνών ονομάζεται “καπατσοσύνη”
η ύβρις ονομάζεται “δικαίωμα”…

Είθε η “Κυψέλη” αυτή – που λέγεται Μοναστήρι –
να γίνει, ως προς την οργάνωσή της, πρότυπο κοινωνίας…

Για να σβήσει η μοναξιά, Θεέ μου,
από τις καρδιές των παιδιών Σου, που ζουν εκεί έξω
και ονομάζουν “ζωή” την οδύνη!»

Αμήν.

Θα μου πεις τώρα: ποιος το λέει αυτό, ότι η ζωή έξω έχει οδύνη;

Μήπως το λες μόνο εσύ, που τα γράφεις, γιατί… μπορεί να είσαι παράξενη;

Ναι, το λέω εγώ. Γιατί το βλέπω στα πρόσωπα χαραγμένο. Οι “έξω” έχουν πρόσωπα κουρασμένα, βλέμματα ταραγμένα. Μοιάζουν με δέντρα αποστεγνωμένα από χυμούς.

Αντίθετα, οι “έσω” έχουν ζωντανά πρόσωπα, βλέμμα βαθύ, ζεστό, και παρουσίες που ακτινοβολούν αυτό που ο καθένας “είναι” – και το μοιράζεται με τους γύρω του.

Να, η αδελφή Φεοφάνη, που αυτή τη στιγμή – δίχως μιλιά – σκαλίζει το χώμα δίπλα μου. Γεμίζει τον χώρο με την ηρεμία της, την εργατικότητα, την απλότητά της, την αγάπη της για τον Θεό και με τόσα άλλα, που εγώ, η “κοσμική”, αδυνατώ να συλλάβω.

Γιατί; Γιατί για να τα συλλάβεις όλα αυτά, πρέπει να έχεις ζυμωθεί με το χώμα, με τα λουλούδια και με τον άνεμο του βουνού.

Εγώ ζυμώνομαι καθημερινά με το τσιμέντο και το καυσαέριο. Βούλωσαν τα σωληνάκια της ψυχής μου και προσπαθώ να τα ανοίξω με “βουτιές” στα… βάθη της… στα κατάβαθα.

– «Αυτό κάνουν και οι Μοναχές», θα μου έλεγε κάποιος, «βουτιές στα κατάβαθα της ψυχής τους».

– «Συμφωνώ, συμφωνώ! Κάνουν βουτιές στην ψυχή τους, μέσα από ένα οργανωμένο σύστημα, το οποίο στηρίζεται στον Σεβασμό!»
“Εκεί έξω” κάνεις βουτιές στην ψυχή σου μέσα από ένα σύστημα το οποίο στηρίζεται – εν πολλοίς – στην Ασέβεια.
Ποιο, λες, να είναι το πιο προσοδοφόρο;

***

Το φρεσκοσκαμμένο χώμα μυρίζει δίπλα μου. Τα αναμμένα κεριά, στον τάφο του Γέροντα, σιγοκαίνε. Η φλόγα τους αναδεύει. Τα κρίνα, τα τριαντάφυλλα και οι μπιγκόνιες άπλωσαν στον αέρα το άρωμά τους και δοξολογούν τον Θεό. Γίνομαι ένα μαζί τους, για να γίνω «άξια» και να φτάσει η φωνή μου στον Γέροντα:

«Πάτερ, ευλόγησον!»

Τώρα όμως, θα αφήσω το γράψιμο και θα κατέβω στο υπόγειο της Μονής. Με περιμένει το διακόνημά μου. Από χθες κατασκευάζω χάρτινα κουτάκια για το λιβάνι.

Η πόρτα του υπογείου δεν έχει ανοίξει ακόμα. Σωστά. Δεν είναι ακόμη η ώρα. Βλέπεις, εδώ όλα γίνονται στην ώρα τους, χωρίς ανατροπές στο πρόγραμμα και χωρίς καθυστερήσεις. Γι’ αυτό και η εργασία πηγαίνει μαζί με την ξεκούραση. Η συνεργασία μαζί με την αυτονομία. Αρκεί να λειτουργεί η Υπακοή.

Η Υπακοή, αλήθεια, πώς ονομάζεται «εκεί έξω»;

– «Υποδούλωση!» μου θυμίζει η σκέψη μου. Και ακόμα, μου θυμίζει ότι… «της πάμε κόντρα».

– «Α! Γιατί “εδώ έσω”, είναι το αγκωνάρι της οικοδομής και υποστηρίζει όλους –δυνατούς και αδύναμους. Και τους γέροντες και τους νέους– σ’ ένα ταξίδι συμπορεύσεως με αγάπη και σεβασμό!»

– «Καλά! Εσύ μας μιλάς για τη Χώρα του Θεού!», με διακόπτει ειρωνικά το «ταγκαλάκι», που πήρε τη μορφή της αντίρρησης και της αμφιβολίας.

– «Εσύ γιατί μας μιλάς; Για τη χώρα του αρχηγού σου; Σαν πολύ χώρο να σας δώσαμε, εμείς οι άνθρωποι, με την ανοησία μας. Κάναμε “σωστό” τη διαβολιά και “λάθος” την αρετή! Κι ύστερα μου λες, εσύ το χαμένο… “Μήπως είσαι προβληματική που δεν σου αρέσει η ζωή εκεί έξω;” Αν μου άρεσε η ασχήμια της, τότε ναι, θα ήμουν προβληματική. Γιατί –αν κατάλαβες– την ασχήμια της αποδοκιμάζω, όχι τη ζωή!»

– «Και τώρα, τι θα κάνεις; Θα κλειστείς σε Μοναστήρι;», με ειρωνεύεται το άχρηστο.

– «Θα σας πολεμάω εκεί έξω! Αυτό είναι το πόστο μου. Το “μοναστήρι” μου και η αποστολή μου. Μόνο που θα έρχομαι συχνά εδώ, για να παίρνω δύναμη από τις Αδελφές μου εν Χριστώ, από την ευλογία του Γέροντα, και από τον Θεό!»

– «Βλέπεις; Τους έβαλες τελευταίους –σε σειρά– τον Γέροντα και τον Θεό! Χί, χί, χί!» τσιρίζει στο κεφάλι μου.

– «Άει χάσου, που θα μου πεις εσύ τι είναι Σεβασμός και Αγάπη! Η ψυχή μου το κανονίζει αυτό ,που είναι παιδί του Θεού!», του απαντάω και… αφουγκράζομαι…

Σιωπήηη…

Προς το παρόν το «ταπώσαμε» το ταγκαλάκι. Αυτό είναι κέρδος! Λίγο-λίγο θα το κατατροπώσουμε. Αρκεί να μην το υπολογίζουμε –τάχα– για δυνατό, ικανό να μας απειλήσει! Είναι δυνατόν να φοβόμαστε τη δύναμή του; Πάνω από τον Θεό θα το βάλουμε, με τον φόβο μας; Όχι, όχι, όχι! Αυτό δεν μας λέει και ο Γέροντας;
Αυτά προς το παρόν!

Και τώρα, πάλι στον ξενώνα. Κάτι θα βρω να κάνω εκεί…

***

Μετά… πέρασε ο καιρός. Είχα την τύχη να έρθει ένα ελικόπτερο και μ’ αυτό θα επέστρεφα στην Αθήνα. Μπήκα μέσα. Πέταξε ψηλά και… το Μοναστήρι έμεινε πίσω, ως τόπος γεωγραφικός. Ως ουσία όμως, πήρε θέση στην ψυχή μου και φωτίζει τις μέρες μου. Είναι μέσα στην καρδιά μου, όταν κανοναρχει στις σκέψεις μου και «ενδύει» τη συμπεριφορά μου με τους κανόνες του: Ελέους, Ειρήνης και Εσωτερικής Γαλήνης.

– «Είσαι καλά;» με ρωτούν αρκετοί από τους γνωστούς μου. «Κάπως είσαι…» προσθέτουν με ανησυχία. Και προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό το διαφορετικό που βλέπουν σε μένα και τους ανησυχεί.

«Μα αυτό ήμουν πάντα. Αυτό που βλέπετε. Μπορώ, έτσι όπως είμαι, να ανήκω στο σύνολο;»

– «Σε ποιο σύνολο; Τι εννοείς;», επιμένουν.

«Εννοώ… να με αφήσετε να είμαι όπως είμαι. Να κοιτάτε τον εαυτό σας, όπως θα κάνω κι εγώ. Κι αν τύχει να γίνει κάτι για το καλό του κόσμου, θα είμαι εκεί. Αφοσιωμένη εργάτρια, ευσυνείδητη συνοδοιπόρος, υπομονετική μαθήτρια –και εύχομαι εκεί να συναπαντηθούμε.»

– «Με άλλα λόγια… σε “ψήσανε” οι καλογριές!», με ειρωνεύονται.

Και είναι η πρώτη φορά που αδιαφορώ για την «εξυπνάδα» που με ακυρώνει στα μάτια πολλών, μόνο και μόνο επειδή πιστεύω στον Θεό.

Και λέω:

Μακάρι να έφτανε μια εποχή που οι νέοι –ναι, δια νόμου– θα υπηρετούσαν πενταετή θητεία σε καλοοργανωμένο Μοναστήρι, προτού αποφασίσουν τι θα κάνουν στη ζωή τους. (Μην φρίξετε, σας παρακαλώ! Δεν πρόκειται να γίνει!) Σκέφτομαι μόνο και… ονειρεύομαι… ότι τότε, στην κοινωνία θα αυξανόταν το ποσοστό των πολιτών που μπορούν να ξεχωρίζουν την Ακεραιότητα από την Αυθάδεια.

– «Καλάαα! Εσύ είσαι στον κόσμο σου!», θα μου απαντήσουν πολλοί.

– «Ναι, είμαι στον Κόσμο μου, και χαίρομαι τόσο πολύ γι’ αυτό!»

Τελειώνοντας, αφιερώνω αυτές τις σελίδες σε όλους εκείνους που έφτασαν μια μέρα κοντά στον Γέροντα Παΐσιο, ζήτησαν την ευλογία του, και αποφάσισαν να την τιμήσουν, σπέρνοντας κάτι από τον λόγο του στο περιβόλι της ζωής.

Και κλείνοντας το «Πνευματικό μου Ταξίδι», υπόσχομαι να θυμάμαι πως:

– Τις ώρες που θα κοιμάμαι, ως εργαζόμενη,
– Τις ώρες που θα ξενυχτώ, ως «κοσμική»,
– Τις ώρες που θα προβληματίζομαι, ως «νοήμων» της Γης…

…κάποιες Μοναχές και κάποιοι Μοναχοί θα ανοίγουν την καρδιά τους στον Θεό και θα προσεύχονται…

Για μένα
Για σένα
Για όλους εμάς, που κυνηγάμε τον Χρόνο!

Ακολουθήστε μας και στο Google news
Ακολουθήστε μας και στο Youtube

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Exit mobile version