Την ώρα που η αυτοκινητοβιομηχανία της Γερμανίας αντιμετωπίζει κύμα περικοπών, ένας άλλος τομέας γνωρίζει ραγδαία άνθηση, η αμυντική βιομηχανία. Οι εταιρείες όπλων και ασφάλειας αναζητούν μαζικά νέο προσωπικό, με τους αναλυτές να προβλέπουν δεκάδες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας τα επόμενα χρόνια.
Η Γερμανική Ένωση Βιομηχανίας Ασφάλειας και Άμυνας (BDSV) κάνει λόγο για μια πρωτοφανή δυναμική. Ο πρόεδρός της και διευθύνων σύμβουλος της Rheinmetall, Άρμιν Πάπεργκερ, εκτιμά ότι 500.000 έως 600.000 νέες θέσεις στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας θα μπορούσαν να δημιουργηθούν στο μέλλον. Η ίδια η Rheinmetall, κορυφαίος προμηθευτής του γερμανικού στρατού, σχεδιάζει να προσλάβει 30.000 άτομα μέσα στην επόμενη τριετία, φτάνοντας συνολικά τους 70.000 εργαζόμενους.
Ο Πάπεργκερ δηλώνει ότι η εταιρεία «δεν έχει κανένα πρόβλημα να βρει προσωπικό», αφού κάθε χρόνο προσλαμβάνει περίπου 10.000 νέους υπαλλήλους, πολλοί εκ των οποίων προέρχονται από την παραπαίουσα αυτοκινητοβιομηχανία.
Ένας κλάδος σε συνεχή άνοδο
Αν και τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της BDSV χρονολογούνται από το 2015, τότε ο κλάδος απασχολούσε 136.000 εργαζόμενους άμεσα και άλλους 273.000 έμμεσα. Τα σημερινά νούμερα, σύμφωνα με τις προβλέψεις, είναι πολλαπλάσια.
Η υπουργός Οικονομικών Κάθριν Ράιχε χαρακτήρισε φέτος την αμυντική βιομηχανία «ουσιώδες στοιχείο για μια ανθεκτική οικονομία», τονίζοντας ότι ο τομέας μπορεί να αποτελέσει κινητήρια δύναμη ανάπτυξης σε μια περίοδο αδυναμίας της γερμανικής οικονομίας. Οι αμυντικές δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά, ενώ η κυβέρνηση έχει ήδη χαλαρώσει το “φρένο χρέους” για να επιτρέψει μεγαλύτερες επενδύσεις.
Η έκρηξη ενδιαφέροντος αποτυπώνεται και στον αυξανόμενο αριθμό μελών της BDSV, που από λίγο πάνω από 300 εταιρείες την άνοιξη, πλέον αριθμεί περίπου 400. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται όχι μόνο οι Rheinmetall και Hensoldt, αλλά και μεγάλες εταιρείες όπως η Telekom, η EY, η Mercedes και η Lufthansa Technik, οι οποίες συμμετέχουν με τεχνογνωσία και εξειδικευμένες υπηρεσίες.
Η “επιστροφή” του ενδιαφέροντος για την άμυνα
Μετά από δεκαετίες κατά τις οποίες η εργασία στον τομέα των όπλων θεωρούνταν κοινωνικά αμφιλεγόμενη, η εικόνα αλλάζει. Η πύλη εργασίας Indeed κατέγραψε ότι μετά τη χαλάρωση των περιορισμών στις αμυντικές δαπάνες, οι αναζητήσεις για θέσεις και εταιρείες του κλάδου τριπλασιάστηκαν μέσα σε δύο μήνες.
Οι υποψήφιοι πλέον βλέπουν τις αμυντικές εταιρείες ως ασφαλείς εργοδότες, με μισθούς πάνω από τον μέσο όρο. Σύμφωνα με στοιχεία της Stepstone, ο μέσος ετήσιος μισθός σε γερμανικό κατασκευαστή όπλων φτάνει τα 68.000 ευρώ, ενώ τα διευθυντικά στελέχη ξεπερνούν συχνά τις 100.000 ευρώ.
Η νέα “οικονομία της ασφάλειας”
Οι ειδικοί προβλέπουν ότι η αυξανόμενη σημασία του τομέα θα έχει μόνιμο χαρακτήρα, ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία. Όπως επισημαίνει ο Πάπεργκερ, η «δυσπιστία απέναντι στη Ρωσία» θα διαρκέσει τουλάχιστον δύο δεκαετίες, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ θα συνεχίσουν να ενισχύουν τις άμυνές τους.
Η Rheinmetall, άλλωστε, παραμένει προσηλωμένη στις επενδύσεις της, μεταξύ αυτών και σε νέο εργοστάσιο εντός της Ουκρανίας, παρά τον πόλεμο. «Ακόμα και με ειρήνη, η ανάγκη για ισχυρή αποτροπή θα παραμείνει», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Η «οικονομία της άμυνας» φαίνεται πλέον να καθίσταται πυλώνας της νέας βιομηχανικής πολιτικής της Γερμανίας – μια τάση που δύσκολα θα ανακοπεί στο προσεχές μέλλον.
