Το ζήτημα των αιτήσεων ασύλου επανέρχεται δυναμικά στην πολιτική ατζέντα της Γερμανίας, με αιχμηρές δηλώσεις από τον πρωθυπουργό της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Hendrik Wüst, ο οποίος κάνει λόγο για σοβαρές αδυναμίες του γερμανικού νόμου περί ασύλου.
Σε δήλωσή του στην τοπική εφημερίδα της Κολωνίας Kölner Stadt-Anzeiger, μετά από ερώτηση, ο κ. Βούστ δήλωσε, ότι κατανοεί πλήρως την οργή που αισθάνονται πολλοί πολίτες, επισημαίνοντας πως ορισμένες υποθέσεις αποκαλύπτουν ξεκάθαρα τα κενά του υφιστάμενου συστήματος. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά, «οι άνθρωποι που δεν λαμβάνουν δικαίωμα παραμονής στη Γερμανία πρέπει να επιστρέφονται γρήγορα στις πατρίδες τους».
Αναφερόμενος σε συγκεκριμένη υπόθεση, ο πρωθυπουργός του κρατιδίου αποκάλυψε ότι ένας 42χρονος από τη Βοσνία, ο οποίος είχε καταδικαστεί επανειλημμένα για ποινικά αδικήματα, επρόκειτο να απελαθεί ήδη από το 2003. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι σήμερα εξακολουθεί να λαμβάνει κρατική υποστήριξη, τόσο ο ίδιος όσο και τα εννέα μέλη της οικογένειάς του.
Ο Hendrik Wüst υπογράμμισε ότι όσοι καταχρώνται το δικαίωμα ασύλου και εισέρχονται στον δρόμο της εγκληματικότητας θα πρέπει να απελαύνονται. «Δεν μπορεί να είναι αποδεκτό απορριφθέντες ή εγκληματίες αιτούντες άσυλο να ζουν για χρόνια εις βάρος του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης», σημείωσε, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο προσαρμογής των γερμανικών κοινωνικών παροχών στα επίπεδα άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, στη Γερμανία καταγράφονται και άλλες περιπτώσεις αιτούντων άσυλο που, παρά τις καταδίκες τους, συνεχίζουν να λαμβάνουν επιδόματα για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Σύμφωνα με πληροφορίες από το ρεπορτάζ, έχουν αναφερθεί και φαινόμενα κατάχρησης κρατικής βοήθειας σε είδος, όπως έπιπλα ή εξοπλισμός κατοικίας, τα οποία αποστέλλονται στις χώρες προέλευσης και μεταπωλούνται, αποφέροντας σημαντικό οικονομικό όφελος.
Ο πρωθυπουργός της Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία κατέληξε τονίζοντας ότι η Γερμανία οφείλει να εργαστεί «σκληρά και με συνέπεια» για ένα δικαιότερο και αποτελεσματικό σύστημα ασύλου, που θα προστατεύει όσους έχουν πραγματική ανάγκη, χωρίς να επιβαρύνει δυσανάλογα το κοινωνικό κράτος.
Το θέμα παραμένει ανοιχτό και, όπως όλα δείχνουν, θα αποτελέσει ένα από τα πιο καυτά πολιτικά ζητήματα στη Γερμανία το επόμενο διάστημα.
