Λογοτεχνία

Η σκιά μέσα στο όνειρο

Γράφει ο *π. Κωνσταντίνος Λαγός

Καθώς εκείνη αποκοιμιόταν βυθιζόμενη στη χώρα των ονείρων, έβαλα το χέρι πάνω στο μέτωπό της. Την άγγιξα όσο πιο απαλά μπορούσα. Ήταν ξαπλωμένη σε ένα στρώμα στο πάτωμα κι εγώ καθόμουν οκλαδόν δίπλα της.

Μουρμούρισα τα προκαθορισμένα λόγια και εισήλθα σαν λαθρεπιβάτης στο κομμάτι εκείνο του ονειρόκοσμου που της είχε παραχωρηθεί. Ήμουν σίγουρος ότι εκεί κρυβόταν ο δαίμονας που την ταλαιπωρούσε. Χαμένη στην ευτυχία και τη γαλήνη του ονείρου της δεν αντιλήφθηκε την παρουσία μου, ακριβώς όπως το είχα σχεδιάσει.

Η ονειρική της μορφή ήταν υπέροχη. Έτσι κι αλλιώς ήταν όμορφη αλλά στο πεδίο των ονείρων κάθε της χαρακτηριστικό γινόταν πιο λεπτό, πιο χαριτωμένο, πιο γοητευτικό. Το όλο τοπίο ήταν φτιαγμένο για εκείνη. Πέτρινα καλοχτισμένα σπίτια, πολύχρωμα λουλούδια, δέντρα με λαχταριστούς καρπούς, πουλιά να κελαηδάνε και να πετούν στον λαμπερό ουρανό, χαρούμενα ζωάκια να χοροπηδούν και ο αέρας να φυσά απαλά μοσχοβολώντας. Όμως κάτι υπήρχε σε όλο αυτό το υπέροχο σκηνικό. Κάτι ένιωθα να σέρνεται, όπως σερνόταν το φίδι στον Παράδεισο.

Κάτι απαίσιο και διεφθαρμένο υπήρχε εδώ και παρά την προσπάθειά του να κρύψει την ασχήμια και τη δυσωδία του μέσα στα χρώματα και το αρωματισμένο αεράκι, μπορούσα να νιώσω την παρουσία του. Κινήθηκα όσο πιο κρυφά μπορούσα για να μη γίνω αντιληπτός ούτε από εκείνη ούτε από το δαιμόνιο που κρυβόταν. Παρατηρούσα τα πάντα προσπαθώντας να βρω τον ανεπαίσθητο κυματισμό σε τούτη την ήρεμη λίμνη. Και πράγματι! Τα στοιχεία ήταν μικρά μα σχημάτιζαν ένα νήμα. Ένα μαραμένο λουλούδι και παραδίπλα ένα νεκρό έντομο. Πιο πέρα ένα πουλί που ψυχορραγούσε.

Μικρές κηλίδες μαύρου μέσα στην λαμπερή πολυχρωμία. Ακολούθησα τα μικρά σημεία μέχρι που βρέθηκα μπροστά σε μια συστοιχία πυκνών αγκαθωτών θάμνων. Μέσα εκεί υπήρχε κάτι. Πλέον η φθορά του και η σήψη που έφερε δεν μπορούσαν να καλυφθούν. Το είχα εντοπίσει. Αλλά και αυτό είχε εντοπίσει εμένα. Ένιωθα -αν και δεν τα έβλεπα- τα μάτια του να είναι καρφωμένα πάνω μου. Κάτι κινήθηκε μέσα στα αγκαθωτά φύλλα. Δυο μικρές κόκκινες φωτίτσες σαν πυρακτωμένα κάρβουνα φάνηκαν και γύρω τους το πιο μαύρο σκοτάδι.

Ήξερα με τι είχα να κάνω… Εμείς οι Ονειρευτές τα λέμε παράσιτα του εφιάλτη. Εσείς μπορεί να τα ξέρετε με το όνομα “βραχνάς” ή “μόρα”. Μαύρα αγρίμια, που χώνονται στα όνειρα και τα μολύνουν, ταλαιπωρώντας τον κοιμώμενο άνθρωπο και στο πεδίο του ονείρου αλλά και στην πραγματικότητα. Τον τρομάζουν στο όνειρο και του κλέβουν την ανάσα στην πραγματικότητα, εξαντλώντας τον μέχρι θανάτου μερικές φορές. Το παράσιτο μου όρμηξε γρυλίζοντας.

Μια κραυγή που προήλθε από την κοπέλα, η οποία εν τω μεταξύ είχε καταλάβει την παρουσία μου στο όνειρό της και είχε πλησιάσει να δει τι κάνω, μου απέσπασε την προσοχή και μόλις που μπόρεσα να κάνω στην άκρη για να αποφύγω την επίθεσή του. Μου κατάφερε όμως μια καλή γρατζουνιά που την αισθάνθηκα σαν φωτιά από την κόλαση. Τράβηξα το μαχαίρι μου, που κάθε ονειρευτής έχει μαζί του. Στην επόμενη επίθεση του παρασίτου το άφησα να πέσει πάνω μου. Το παράσιτο έμπηξε τα νύχια του ξανά στο κορμί μου και τα δόντια του έφτασαν χιλιοστά από το πρόσωπό μου.

Πισωπάτησα καρφώνοντας το μαχαίρι μου βαθιά στο σώμα του. Τα μαχαίρια των ονειρευτών λένε πως είναι φτιαγμένα από αίμα αγγέλων και με ένα απλό κόψιμο μπορούν να εξαφανίσουν τουλάχιστον τα κατώτερα δαιμόνια σαν κι αυτό το παράσιτο. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ή κάποιος μύθος που εμείς οι ονειρευτές λέμε μεταξύ μας, αλλά και αυτή τη φορά -όπως και άλλες στο παρελθόν- την έκανε τη δουλειά του. Το παράσιτο με ένα ουρλιαχτό έγινε στάχτη μπροστά μας αφήνοντας έναν μαύρο καπνό που γύρισε πίσω στο βασίλειο του αφέντη του, Εφιάλτη. Εκείνη ήρθε γρήγορα κοντά μου για να δει πως είμαι. Πριν όμως προλάβει να με αγγίξει, έψαλα το τραγούδι του ξυπνήματος.

Δεν πρέπει κάποιος που είναι στο όνειρό του να αγγίξει ο,τιδήποτε έχει μολύνει ένα παράσιτο γιατί έτσι θα του δώσει την ευκαιρία να επιστρέψει. Και το παράσιτο με είχε μολύνει με τα νύχια του. Ξυπνήσαμε και οι δύο στο δωμάτιό της. Σηκώθηκα πονώντας και πήγα εκεί που είχα την τσάντα μου αφημένη. Πήρα από μέσα ένα μπουκαλάκι, ήπια το φάρμακο για τη πληγή και κάθισα πάλι στο πάτωμα ακουμπώντας στον τοίχο. Την κοίταξα και της χαμογέλασα. “Τελείωσε” της είπα.

Μετά από λίγη ώρα σηκώθηκα. Το φάρμακο είχε κάνει τη δουλειά του. Φόρεσα το μπουφάν μου με τη κουκούλα, πήρα την αμοιβή μου και την αποχαιρέτισα. Ξέρω πως θα θέλατε να ακούσετε και κάποια ρομαντική ιστορία ανάμεσά μας αλλά κάτι τέτοιο δεν υπήρξε. Εμείς οι Ονειρευτές είμαστε επαγγελματίες. Ποιοι είμαστε όμως; Αυτό θα σας το εξηγήσω όταν θα σας διηγηθώ κάποια άλλη περιπέτειά μου. Αν υπάρξει κι άλλη τέτοια διήγηση δηλαδή…

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Exit mobile version