Γράφει η *Χριστίνα Σιμοπούλου.
Μια φορά κι έναν καιρό,
ήμουν ένας άνθρωπος που γύρευε μόνο δύο αυτιά.
Δύο αυτιά να με ακούσουν,
να δεχτούν τον πόνο μου,
να κρατήσουν λίγο τη σιωπή μου.
Μα δε βρήκα κανένα.
Κι έκλαψα πικρά…
Μετά ξεκίνησα να ψάχνω δύο μάτια.
Δύο μάτια να με δουν,
να αναγνωρίσουν την ύπαρξή μου,
να πουν χωρίς λέξεις «Σε βλέπω».
Μα ούτε κι αυτά τα βρήκα.
Κι έκλαψα πικρά…
Ύστερα, ήθελα δύο χείλη.
Δύο χείλη να μου πουν δυο γλυκά λόγια,
να νιώσω πως δεν είμαι μόνος,
πως αξίζει να περιμένω.
Μα κι αυτά τα γύρεψα μάταια.
Κι έκλαψα πικρά…
Τότε ζήτησα δύο χέρια.
Δύο χέρια να με αγκαλιάσουν,
να μου πιάσουν το δικό μου,
να με σηκώσουν από το πάτωμα της ψυχής μου.
Μα δεν βρέθηκαν.
Κι έκλαψα πικρά…
Ύστερα, κοίταξα τον δρόμο.
«Ίσως χρειάζομαι δύο πόδια», σκέφτηκα.
Δύο πόδια να περπατήσουν προς εμένα,
να φέρουν παρέα, ζεστασιά, ζωή.
Μα κι αυτά δεν ήρθαν.
Κι έκλαψα πικρά…
Κι εκεί, στην πιο βαριά στιγμή της μοναξιάς,
βρέθηκα μπροστά σε έναν καθρέφτη,
μια πόρτα σε έναν άλλον κόσμο.
Κι είδα κάτι που ποτέ δεν είχα δει,
και, σαν μυστικό που περίμενε να ειπωθεί,
Κοίταξα κι είδα κάτι που ποτέ δεν είχα δει:
Δύο αυτιά,
να με ακούσουν αν τολμήσω.
Δύο μάτια,
να με δω αν αντέξω.
Δύο χείλη,
να μου πουν «σ’ αγαπώ» αν ψιθυρίσω πρώτα.
Δύο χέρια,
να με σηκώσουν αν απλώσω τα δικά μου.
Δύο πόδια,
να με πάνε εκεί που ονειρεύομαι.
Κι έκλαψα πικρά…
Μα αυτή τη φορά,
τα δάκρυα έτρεχαν σαν ποτάμι λύτρωσης.
Γιατί κατάλαβα.
Όλος ο κόσμος που γύρευα
είναι ήδη μέσα μου.
Κι εγώ…
εγώ είμαι η αγκαλιά που περίμενα.
© Christi Simo – 2025
