Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος
Στο βάθος της καρδιάς
Άκουσέ με.
Μη βιάζεσαι ν’ ανάψεις το φως.
Το σκοτάδι εδώ μέσα
έμαθε να μιλά χαμηλόφωνα.
Κάποτε θέλησα ν’ ανοίξω τη σάρκα μου
όπως ανοίγει κανείς ένα παλιό σπίτι
χρόνια κλειστό.
Να μπω.
Να περπατήσω αργά
στους διαδρόμους του αίματος,
να ψηλαφίσω τους τοίχους,
να δω τι απέμεινε απ’ τις μέρες μου.
Ξέρεις
όταν μένεις πολύ καιρό
έξω απ’ τον εαυτό σου,
όλα μέσα σου κρυώνουν.
Κι όμως,
καθώς κατέβαινα βαθύτερα,
άκουσα έναν θόρυβο.
Όχι δυνατό.
Έναν μικρό ρυθμό,
σαν βήματα παιδιού σε άδειο δωμάτιο.
Ήταν η καρδιά.
Καθόταν μόνη στο βάθος,
βρεγμένη από παλιά δάκρυα
που δεν θυμόμουν πια από πού ήρθαν.
Κουρασμένη
τόσα από τα χρόνια,
από την έλλειψη.
Άλλοτε έλειπε η αγάπη,
άλλοτε η χαρά.
Έφερα ένα σκαμνί
και κάθισα δίπλα της.
Δεν γύρισε να με κοιτάξει.
Κρατούσε μόνο εκείνον τον παλιό ρυθμό,
πεισματικά,
σαν εργάτης που δουλεύει μόνος τη νύχτα
για να μη σωριαστεί το σπίτι.
Κι όταν πήγα να της μιλήσω,
άρπαξε τα χέρια μου
τα τύλιξε γύρω της
με μια βιασύνη σχεδόν παιδική.
Και ψιθύρισε:
«Άργησες.
Μα κάθισε λίγο ακόμη.»
Η καρδιά δεν θυμώνει·
μόνο κουράζεται
να περιμένει.
