Γράφει ο Σίμος Ιωσηφίδης
Ένα παράφορο σάλπισμα καλωσόριζε, κάθε απόγευμα πάντα την ίδια ώρα, το άνοιγμα του υπαίθριου λούνα παρκ. Έμοιαζε, τούτος ο σεμνός επικήδειος ήχος, σαν να υπενθύμιζε στους κατοίκους αυτής της ξεχασμένης πολίχνης μια ζώσα πραγματικότητα.
Και μαζί όμως, με έναν ψύχραιμο ρεαλισμό, σαν να επιβεβαίωνε τις τερατώδεις αναλήθειες που έκαναν τάχα όλους να ζουν με τον ίσκιο των πεθαμένων τους ανθρώπων.
Ήταν ελάχιστοι οι πάγκοι όλοι μπογιατισμένοι με μιαν ώχρα που έκανε το χρώμα του ήλιου που έδυε ακόμη πιο αδύναμο. Για να φτάσεις εκεί διέσχιζες πάντα μια συστοιχία πυκνών αγκαθωτών θάμνων. Θυμάμαι πως η αέναη κίνηση των αγκαθωτών φύλλων πάντα δημιουργούσε την εντύπωση πως, μέσα εκεί, κάτι δυσοίωνο υπήρχε.
Όσο πλησίαζες δεκάδες λαμπίτσες αχνοφαίνονταν στο βάθος. Οι ντόπιοι, μειδώντας με νόημα, τις ονόμαζαν παράσιτα ενός εφιάλτη. Όσο πλησίαζες, αυτά τα στρογγυλά φεγγίσματα έλαμπαν περισσότερο στην αλάνα. Ο εφιάλτης προφανώς γινόταν πιο ορατός. Σχήματα αινιγματικά, χρώματα απαλά και ιστορίες που μόνο ένας Αμβρόσιος Μπηρς θα μπορούσε να αποκωδικοποιήσει. Εδώ, σκέφτηκα, τα άγραφα ποιήματα ζήλευαν τα γραμμένα όπως, κάποτε, ο Σεφέρης μισοκοιμισμένος θα φανταζόταν. Όλες οι εικόνες ερωτοτροπούσαν με το άφατο, το μη διατυπώσιμο. Και όλοι οι θόρυβοι, όταν ακούγονταν, συνηχούσαν με τον αέρα σαν μια αμήχανη απελπισία. Σημειωτέον πως τα καρουζέλ ήταν χαλασμένα…
Ένας ομηρικός πράσινος λοφίσκος στο βάθος έβαζε τέλος στο τοπίο. Οι κάτοικοι τον ονόμαζαν βυσσινόκηπο. Αναρωτιώμουν, έχοντας μέσα μου βαθείς ενδοιασμούς, για το ποιοι άραγε θα μπορούσαν να καταλάβουν αυτό το υποτονικό θέαμα? Όταν το βλέμμα σαρώνει δεκάδες εικόνες σε λίγα δευτερόλεπτα, ποιοι άραγε θα αποκωδικοποιούσαν αυτά τα δρώμενα?
Παρέες παιδιών τα απογεύματα επισκέπτονταν το λούνα παρκ και το γέμιζαν γέλια. Κι όμως δεν ήταν πολλά. Παρόλο που η είσοδος ήταν δωρεάν ποτέ εκεί δεν υπήρχε πολυκοσμία.
Τα παιδιά έπαιζαν ανέμελα. Συχνά τα αναγνώριζες από τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους. Πότε δεξιά, πότε αριστερά. Χάνονταν μαγικά κι επανέρχονταν στον λόφο με τις κερασιές. Έμοιαζαν εγκλωβισμένα σε έναν χώρο με καθρέφτες. Δεν τα ενδιέφερε η έξοδος. Και όταν έμπαιναν στην ρόδα έφταναν στο ψηλότερο σημείο και φαίνονταν τόσο μικροσκοπικά… Άθελά τους μετείχαν σε μια νεκρώσιμη ατμόσφαιρα, σε μια τελεσιδικούσα σύγχυση όπου τα ψηφιακά επιτεύγματα δεν ήταν παρά μια παροξυσμική πιστοποίηση του ψεύδους. Η αλήθεια ήταν αυτή που απλωνόταν μπροστά σου.
Συχνά περνούσε από εκεί κι ένας ρακένδυτος κλόουν φωνάζοντας «αντίο παρελθόν»! Ένας αρλεκίνος από πίσω μουρμούριζε «εγώ είμαι ο κλέφτης της αγάπης». Μια πινακίδα ξεβαμμένη έγραφε δείχνοντας δεξιά: Χωρος Ιερών Σημασιών και Προσευχών.
Περιττεύει να υπογραμμίσω πως αυτό το σκηνικό δούλευε υπογείως απαιτώντας ένα βλέμμα απτικό, ουχί οπτικό, που ακύρωνε κάθε μορφή συνείδησης. Όμως είχαν μια πνοή νοσταλγίας τέτοιας δυναμικής που αυτομάτως θα χαρακτήριζε ανόητους όλους εκείνους που την συκοφαντούν, τη φτύνουν και αηδιάζουν, επειδή πρέπει, λέει, απαραιτήτως, να προσβλέπεις ανυπόμονα στο μέλλον, αλλιώς θα σε χαρακτηρίσουν ηλίθιο.
Κι ένα απόγευμα, όχι λιγότερο βροχερό από τα άλλα, ένα κορίτσι έκανε κούνια. Έφτανε πολύ ψηλά. Νόμιζες θα αγγίξει τα σύννεφα. Σήκωσε για λίγο το χέρι της απαλά, μια αναπάντεχη χειρονομία κάτι σαν σπάνια πιρουέτα καλύπτοντας για κλάσματα δευτερολέπτου το οπτικό μου πεδίο. Το τελευταίο συμπυκνωνόταν σαν μια κηλίδα, ένα σπασμωδικό σκοτείνιασμα.
Την κοιτούσα για ώρα καθισμένη στην εσωτερική πλευρά της αχνής ημισέληνου. Κι όταν άναβε το φεγγάρι αυτή πάντα χανόταν.

