Η Ελλάδα ετοιμάζεται να παραδώσει στη Βουλγαρία τα λείψανα που αποδίδονται στον Σαμουήλ. Η αρμενική καταγωγή της οικογένειας των Κομητόπουλων δημιουργεί ένα επιπλέον ιστορικό ερώτημα
Η συμφωνία Ελλάδας και Βουλγαρίας για την επιστροφή εκκλησιαστικών κειμηλίων που είχαν μεταφερθεί στη Βουλγαρία κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο φέρνει στο προσκήνιο και ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ιστορικό ζήτημα: τα λείψανα που αποδίδονται στον Τσάρο Σαμουήλ, τα οποία βρίσκονται σήμερα στη Θεσσαλονίκη, πρόκειται να παραδοθούν στη Βουλγαρία.
Η Ελλάδα και η Βουλγαρία έχουν συμφωνήσει στην αμοιβαία «κατάθεση» ιστορικών κειμηλίων. Συνολικά 48 εκκλησιαστικοί θησαυροί επιστρέφουν από τη Σόφια στην Ελλάδα, ενώ από ελληνικής πλευράς θα παραδοθούν στη Βουλγαρία τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως ανήκοντα στον Σαμουήλ, μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό που βρέθηκε στις τέσσερις σαρκοφάγους της βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου. Η σχετική διαδικασία αναμένεται να ολοκληρωθεί στις 3 Οκτωβρίου, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης.
Η ανακάλυψη στην Πρέσπα
Τα λείψανα του Σαμουήλ εντοπίστηκαν το 1965 από τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο στη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, στο ομώνυμο νησάκι της Μικρής Πρέσπας. Από τότε φυλάσσονται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη.
Η περιοχή των Πρεσπών είχε ιδιαίτερη σημασία για τον Σαμουήλ. Εκεί είχε την έδρα της εξουσίας του κατά την πρώτη περίοδο της κυριαρχίας του, ενώ στο νησί του Αγίου Αχιλλείου δημιούργησε ένα σημαντικό θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο. Το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού αναφέρεται επίσης στην ιστορική σημασία της περιοχής, σημειώνοντας ότι ο Σαμουήλ είχε μεταφέρει εκεί τα λείψανα του Αγίου Αχιλλείου από τη Λάρισα και είχε ανεγείρει μεγάλη βασιλική προς τιμήν του.
Η παράδοση των λειψάνων στη Βουλγαρία έχει επομένως ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα. Ο Σαμουήλ θεωρείται στη βουλγαρική ιστοριογραφία ένας από τους σημαντικότερους ηγεμόνες της μεσαιωνικής Βουλγαρίας και η επιστροφή των λειψάνων του στη χώρα αποτελεί ζήτημα με ιδιαίτερο ιστορικό βάρος.
Όμως η ιστορία της οικογένειας δεν είναι μόνο βουλγαρική
Εδώ βρίσκεται η λιγότερο γνωστή πτυχή της υπόθεσης. Η οικογένεια των Κομητόπουλων, στην οποία ανήκε ο Σαμουήλ, συνδέεται από ιστορικές πηγές με αρμενική καταγωγή. Η Χριψιμέ, γνωστή στις ελληνικές και βυζαντινές πηγές ως Ριψιμία, αναφέρεται ως Αρμένισσα και σύζυγος του Κομητόπουλου Νικολάου, μητέρα των τεσσάρων αδελφών Δαβίδ, Μωυσή, Ααρών και Σαμουήλ. Η γερμανική Prosopographie der mittelbyzantinischen Zeit καταγράφει συγκεκριμένα τη Χριψιμέ ως Αρμένισσα και μητέρα των τεσσάρων Κομητόπουλων.
Η αρμενική διάσταση της δυναστείας δεν είναι, επομένως, ένα σύγχρονο κατασκεύασμα. Υπάρχουν ιστορικές αναφορές που συνδέουν τον Σαμουήλ και τον αδελφό του Δαβίδ με αρμενική καταγωγή, ενώ άλλες πηγές αποδίδουν αρμενική καταγωγή από τη μητρική πλευρά και στους Μωυσή και Ααρών. Αυτό δημιουργεί ένα εύλογο ιστορικό ερώτημα σχετικά με την τύχη των λειψάνων που πρόκειται να μεταφερθούν στη Βουλγαρία.
Τι σημαίνει αυτό για την Αρμενία;
Το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλοϊκά ως μια διαμάχη Ελλάδας και Βουλγαρίας. Εάν επιβεβαιωθεί ανθρωπολογικά ότι στις τέσσερις σαρκοφάγους της βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου βρίσκονται, πέρα από τον ίδιο τον Σαμουήλ, μέλη της οικογένειάς του, τότε η αρμενική ιστορική σύνδεση αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον.
Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, είναι ότι η συμφωνία που έχει γίνει γνωστή αφορά τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως εκείνα του Σαμουήλ και το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από τις τέσσερις σαρκοφάγους. Δεν προκύπτει από την επίσημη ανακοίνωση ότι όλα τα συγκεκριμένα λείψανα έχουν ταυτοποιηθεί ως της μητέρας του ή των γιων του.
Επομένως, η αρμενική διάσταση αποτελεί αυτή τη στιγμή κυρίως ιστορικό και ανθρωπολογικό ζήτημα που αξίζει να διερευνηθεί, και όχι τεκμηριωμένη επίσημη διεκδίκηση της Αρμενίας. Μέχρι στιγμής δεν εντοπίζεται δημόσια επίσημη τοποθέτηση της κυβέρνησης της Αρμενίας που να ζητά από την Ελλάδα να μην παραδώσει τα λείψανα στη Βουλγαρία ή να διεκδικεί την κατοχή τους. Αντίθετα, οι πρόσφατες επαφές Αθήνας και Ερεβάν επιβεβαιώνουν το ιδιαίτερα στενό ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο των σχέσεων των δύο χωρών.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ζήτημα στερείται ενδιαφέροντος για την αρμενική πλευρά. Η καταγωγή της Χριψιμέ και οι αναφορές στην αρμενική καταγωγή της οικογένειας των Κομητόπουλων αποτελούν στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέο ιστορικό διάλογο, ιδιαίτερα εφόσον το ανθρωπολογικό υλικό των σαρκοφάγων εξεταστεί περαιτέρω.
Η Ελλάδα παραδίδει, η Βουλγαρία παραλαμβάνει
Η συμφωνία Αθήνας και Σόφιας δεν αφορά μόνο τον Σαμουήλ. Προβλέπει την επιστροφή στην Ελλάδα 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων που είχαν μεταφερθεί στη Βουλγαρία το 1917 από τη Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και τη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Τα αντικείμενα θα παραμείνουν προσωρινά σε έκθεση στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και στη συνέχεια θα επιστραφούν στους φορείς προέλευσής τους.
Η εξέλιξη αυτή κλείνει έναν κύκλο διαπραγματεύσεων που κράτησε περισσότερο από μία δεκαετία και συνδέεται και με τον πολυετή αγώνα του μακαριστού Μητροπολίτη Δράμας Παύλου για την επιστροφή των κειμηλίων της Εικοσιφοίνισσας.
Ωστόσο, μαζί με την επιστροφή των κειμηλίων ανοίγει και ένα διαφορετικό κεφάλαιο. Η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ στη Βουλγαρία επαναφέρει στο προσκήνιο την πολυσύνθετη καταγωγή της μεσαιωνικής δυναστείας των Κομητόπουλων και την αρμενική παρουσία στην ιστορία της περιοχής.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα: αν τα λείψανα που πρόκειται να μεταφερθούν στη Βουλγαρία περιλαμβάνουν και άλλα μέλη της οικογένειας του Σαμουήλ, ποια ακριβώς είναι η ταυτότητά τους και ποια θα είναι η θέση της αρμενικής πλευράς απέναντι σε αυτή την εξέλιξη; Η απάντηση δεν είναι ακόμη δεδομένη και θα απαιτήσει ιστορική, αρχαιολογική και ανθρωπολογική τεκμηρίωση.

