Οι αποδόσεις των γερμανικών ομολόγων ανεβαίνουν, το κόστος του χρήματος επιστρέφει στο προσκήνιο και η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα
Ένα προειδοποιητικό μήνυμα προς το Βερολίνο έρχεται από τις αγορές ομολόγων, την ώρα που η γερμανική οικονομία επιχειρεί να αφήσει πίσω της τρία χρόνια σχεδόν μηδενικής ανάπτυξης. Ο οικονομολόγος Daniel Lacalle υποστηρίζει, σε συνέντευξή του στη γερμανική WELT, ότι οι αγορές αρχίζουν να στέλνουν στις κυβερνήσεις ένα μήνυμα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: η εποχή του φθηνού χρήματος έχει τελειώσει και το κόστος των δημοσιονομικών επιλογών γίνεται πλέον ορατό.
Η προειδοποίηση του Lacalle αφορά κυρίως τη γενικότερη εικόνα στις αγορές κρατικών ομολόγων. Στο επίκεντρο βρίσκεται η άνοδος των αποδόσεων, η οποία αυξάνει το κόστος με το οποίο τα κράτη χρηματοδοτούν το χρέος τους. Ιδιαίτερα έντονες είναι οι πιέσεις σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Βρετανία και οι ΗΠΑ, όμως ο οικονομολόγος επισημαίνει ότι τα πρώτα σημάδια πίεσης αφορούν πλέον και τη Γερμανία.
Το γερμανικό «καταφύγιο» δεν είναι πλέον ανέγγιχτο
Για χρόνια, τα γερμανικά κρατικά ομόλογα θεωρούνταν από τους επενδυτές ένα από τα ασφαλέστερα περιουσιακά στοιχεία στην Ευρώπη. Η σημερινή εικόνα είναι πιο σύνθετη. Οι αποδόσεις των γερμανικών δεκαετών ομολόγων έχουν βρεθεί σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί εδώ και χρόνια. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία που μεταδίδει το Reuters, η απόδοση του γερμανικού 10ετούς Bund έφθασε το 3,57%, σε υψηλό 17 ετών.
Η άνοδος των αποδόσεων δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη οικονομικής κρίσης. Αντανακλά, μεταξύ άλλων, τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό, τα επιτόκια και τις ανάγκες χρηματοδότησης των κρατών. Όμως για τη Γερμανία το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Βερολίνο έχει μπροστά του ένα μεγάλο πρόγραμμα δημόσιων δαπανών για υποδομές και άμυνα. Όσο ακριβότερο γίνεται το χρήμα, τόσο αυξάνεται και η σημασία της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Το γερμανικό οικονομικό story παρουσιάζει σήμερα μια σημαντική αντίφαση. Από τη μία πλευρά, οι τελευταίες εκτιμήσεις είναι σαφώς καλύτερες από εκείνες που υπήρχαν πριν από μερικούς μήνες. Η γερμανική κυβέρνηση αναμένεται να αναθεωρήσει την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη του 2026 από 0,5% σε 1,3%, ενώ για το 2027 η πρόβλεψη αυξάνεται από 0,9% σε 1,1%, σύμφωνα με σχέδιο που επικαλείται το Reuters. Η γερμανική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 0,3% στο δεύτερο τρίμηνο, με τις δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές και την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών να συμβάλλουν στην ανάκαμψη.
Από την άλλη πλευρά, όμως, το κόστος χρηματοδότησης αυξάνεται και ο πληθωρισμός παραμένει παράγοντας κινδύνου. Ο πρόεδρος της Bundesbank, Joachim Nagel, εκτιμά πλέον ότι η γερμανική οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί περίπου 1% το 2026, σχεδόν διπλάσια από την προηγούμενη πρόβλεψή της. Η βελτίωση αποδίδεται στην ισχυρότερη ζήτηση για γερμανικές εξαγωγές και στην αύξηση των κρατικών δαπανών.
Επομένως, το ζήτημα δεν είναι ότι η Γερμανία βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε ύφεση χωρίς διέξοδο. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: πόσο κοστίζει η προσπάθεια ανάκαμψης και πόσο διατηρήσιμη είναι;
Από τη δημοσιονομική λιτότητα στις τεράστιες επενδύσεις
Η Γερμανία έχει κάνει τα τελευταία χρόνια μια σημαντική δημοσιονομική στροφή. Μετά από μια μακρά περίοδο κατά την οποία η δημοσιονομική πειθαρχία αποτελούσε βασική αρχή της οικονομικής πολιτικής, το Βερολίνο αυξάνει πλέον σημαντικά τις δαπάνες για άμυνα, υποδομές και άλλες δημόσιες επενδύσεις. Η αλλαγή αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί μεγαλύτερες χρηματοδοτικές ανάγκες.
Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα που αναδεικνύει ο Lacalle: όταν το κόστος του χρήματος αυξάνεται, οι αγορές αρχίζουν να εξετάζουν πολύ πιο αυστηρά το πού κατευθύνονται τα νέα δάνεια και αν οι συγκεκριμένες δαπάνες μπορούν να δημιουργήσουν μελλοντική ανάπτυξη. Η συζήτηση επομένως δεν αφορά μόνο το ύψος του γερμανικού χρέους. Αφορά κυρίως την αποτελεσματικότητα της χρηματοδότησης.
Είναι σημαντικό να μην συγχέονται οι διαφορετικές οικονομικές συνθήκες. Η Γερμανία δεν βρίσκεται στην ίδια δημοσιονομική θέση με τη Γαλλία. Μάλιστα, μέσα στη σημερινή αναταραχή στις αγορές ομολόγων, τα γερμανικά Bunds εξακολουθούν να λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο για επενδυτές, ενώ οι πιέσεις στα γαλλικά ομόλογα είναι πολύ μεγαλύτερες.
Αυτό όμως δεν ακυρώνει το μήνυμα που θέλει να αναδείξει ο Lacalle. Οι αγορές επαναφέρουν στο προσκήνιο έναν παράγοντα που για πολλά χρόνια είχε περάσει σε δεύτερο πλάνο: το κόστος του χρέους.
Σε μια Ευρώπη όπου οι κυβερνήσεις καλούνται να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, να επενδύσουν σε υποδομές, να αντιμετωπίσουν το ενεργειακό κόστος και ταυτόχρονα να στηρίξουν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, το ζήτημα της χρηματοδότησης αποκτά κεντρική σημασία.
Το πρόβλημα της γερμανικής βιομηχανίας
Πίσω από τους αριθμούς των ομολόγων υπάρχει και ένα δεύτερο μεγάλο ζήτημα: η ανταγωνιστικότητα της γερμανικής παραγωγής.
Η γερμανική βιομηχανία έχει βρεθεί αντιμέτωπη με υψηλό ενεργειακό κόστος, διεθνή ανταγωνισμό και γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Η οικονομία έχει καταγράψει χρόνια στασιμότητας πριν από την τρέχουσα προσπάθεια ανάκαμψης. Η Bundesbank αναμένει πλέον επιτάχυνση της ανάπτυξης, με τις κρατικές δαπάνες και τις εξαγωγές να λειτουργούν ως βασικοί μοχλοί.
Το ζητούμενο είναι εάν η βελτίωση αυτή θα μετατραπεί σε διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας ή εάν θα στηριχθεί υπερβολικά στην κρατική δαπάνη.
Το μήνυμα του Lacalle
Η παρέμβαση του Daniel Lacalle δεν αποτελεί πρόβλεψη ότι η Γερμανία οδηγείται άμεσα σε οικονομική κρίση. Είναι περισσότερο μια προειδοποίηση για τη νέα εποχή που διαμορφώνεται στις διεθνείς αγορές.
Το «δωρεάν χρήμα» δεν υπάρχει πλέον.
Οι κυβερνήσεις πρέπει να δανείζονται με υψηλότερο κόστος, οι επενδυτές απαιτούν μεγαλύτερες αποδόσεις και οι δημοσιονομικές επιλογές αποκτούν μεγαλύτερο βάρος.
Για τη Γερμανία, το στοίχημα είναι διττό:
-να αξιοποιήσει τις αυξημένες δημόσιες δαπάνες ώστε να αναζωογονήσει την οικονομία
-να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των αγορών
Η γερμανική οικονομία δείχνει σήμερα σημάδια ανάκαμψης, σύμφωνα με τις νεότερες εκτιμήσεις της Bundesbank και της γερμανικής κυβέρνησης.
Όμως οι αγορές ομολόγων στέλνουν παράλληλα ένα διαφορετικό μήνυμα: η εποχή κατά την οποία η Ευρώπη μπορούσε να χρηματοδοτεί τις μεγάλες ανάγκες της με εξαιρετικά φθηνό χρήμα έχει παρέλθει. Και αυτό είναι ένα μήνυμα που δεν αφορά μόνο το Βερολίνο. Αφορά ολόκληρη την Ευρωζώνη.

