12 Οκτωβρίου 2026 10:05
Λογοτεχνία

Παραμύθι: Η πριγκίπισσα και το εκατοστό κλειδί

Γράφει η *Χριστίνα Σιμοπούλου

Κάθε κλειδί κρύβει μια ιστορία. Το εκατοστό, όμως, κρύβει ένα μυστικό που περιμένει χρόνια να ακουστεί…

Ακολουθεί το παραμύθι «Η πριγκίπισσα και το εκατοστό κλειδί», στα ελληνικά και στα αγγλικά. Καλή ανάγνωση!

Η πριγκίπισσα και το εκατοστό κλειδί

Την ημέρα που η πριγκίπισσα Ιόλη έκλεισε τα δώδεκα, η γιαγιά της τής χάρισε εκατό κλειδιά.

Ήταν περασμένα σε έναν ασημένιο κρίκο. Άλλα μακριά και λεπτά, άλλα κοντά, με δοντάκια στραβά σαν παιδικά δόντια. Ένα είχε επάνω του χαραγμένο ένα πουλί.

—Είναι όλα του κάστρου; ρώτησε η Ιόλη.

—Όλα.

—Και τι να τα κάνω;

—Να ανοίγεις, παιδί μου. Τι άλλο;

Αυτό ήταν το παράξενο με τη γιαγιά της. Έδινε τις πιο απλές απαντήσεις στις ερωτήσεις που δυσκόλευαν όλους τους άλλους.

Η Ιόλη πέρασε το καλοκαίρι ανοίγοντας πόρτες.

Βρήκε μια αποθήκη γεμάτη σπασμένα ρολόγια, ένα δωμάτιο με χάρτες χωρών που είχαν αλλάξει όνομα και μια κουζίνα όπου ο ζαχαροπλάστης έκρυβε τα αποτυχημένα γλυκά του.

—Αυτό δεν το είδες, της είπε, σκεπάζοντας μια τούρτα που έγερνε επικίνδυνα.

Η Ιόλη συμφώνησε, με αντάλλαγμα ένα κομμάτι.

Ως το τέλος του Αυγούστου είχε βρει ενενήντα εννέα πόρτες.

Έμενε το μικρό κλειδί με το πουλί.

Δοκίμασε παντού. Στον πύργο, στο κελάρι, στους στάβλους. Έψαξε κάτω από χαλιά και πίσω από πίνακες. Ρώτησε τον αρχιθαλαμηπόλο, τον κηπουρό και μια υπηρέτρια που εργαζόταν στο κάστρο από τότε που ο βασιλιάς ήταν μωρό.

Κανείς δεν γνώριζε άλλη πόρτα.

—Ίσως είναι εφεδρικό, είπε ο πατέρας της.

Η Ιόλη δεν πείστηκε. Ένα εφεδρικό κλειδί θα άνοιγε τουλάχιστον μία από τις ενενήντα εννέα.

Ένα βράδυ, καθώς διέσχιζε την άδεια αίθουσα του θρόνου, άκουσε ένα χτύπημα.

Σταμάτησε.

Το χτύπημα ακούστηκε ξανά.

Ερχόταν πίσω από τον θρόνο.

Η Ιόλη παραμέρισε τη βαριά κουρτίνα. Χαμηλά στον τοίχο υπήρχε ένα πορτάκι, τόσο μικρό που θα έπρεπε να περάσει γονατιστή.

—Είναι κανείς εκεί;

—Επιτέλους, είπε μια βραχνή φωνή. Μπορείς να με βοηθήσεις;

Το μικρό κλειδί μπήκε στην κλειδαριά.

Η πόρτα άνοιξε σε μια στενή πέτρινη σκάλα.

Η Ιόλη πήρε ένα φανάρι και κατέβηκε. Στο τελευταίο σκαλί βρήκε ένα δωμάτιο με χαμηλό ταβάνι. Στη μέση στεκόταν ένα κλουβί. Μέσα του ήταν ένα πουλί με γκρίζα φτερά και ουρά γαλάζια.

Η πόρτα του κλουβιού ήταν ανοιχτή.

—Μα μπορείς να βγεις, είπε η Ιόλη.

—Το ξέρω.

—Τότε γιατί μένεις;

Το πουλί κοίταξε το άνοιγμα.

—Κάποτε με έβαλαν εδώ επειδή τραγουδούσα τις αλήθειες που δεν ήθελαν να ακούν.

Η Ιόλη κάθισε στο πάτωμα.

—Τι αλήθειες;

—Πως ο βασιλιάς φοβόταν. Πως η βασίλισσα ήταν λυπημένη. Πως τα παιδιά στον κήπο ήθελαν να παίζουν και με τα παιδιά έξω από τα κάγκελα.

—Και ποιος άνοιξε το κλουβί;

—Μια κοπέλα. Πριν από πολλά χρόνια. Είχε τα μάτια σου.

Η Ιόλη σκέφτηκε τη γιαγιά της.

—Γιατί δεν έφυγες μαζί της;

Το πουλί χαμήλωσε το κεφάλι.

—Πήγα ως το κατώφλι. Κάποιος περπατούσε στη σκάλα. Γύρισα μέσα. Την επόμενη μέρα προσπάθησα πάλι. Ύστερα άρχισα να λέω «αύριο».

Η Ιόλη δεν άπλωσε το χέρι να το πιάσει.

Ακούμπησε το φανάρι δίπλα της.

—Να μείνω λίγο;

Το πουλί έγνεψε.

Εκείνη του μίλησε για τα εκατό κλειδιά, για τη στραβή τούρτα και για τον πατέρα της, που πίστευε πως ήξερε κάθε γωνιά του κάστρου.

Το πουλί έκανε έναν μικρό ήχο. Έμοιαζε με γέλιο που είχε καιρό να χρησιμοποιηθεί.

Την επόμενη μέρα η Ιόλη επέστρεψε. Έφερε νερό σε ένα ρηχό πιατάκι και το άφησε λίγο έξω από το κλουβί.

Το πουλί κατέβηκε από το ξύλινο πατητήρι. Έφτασε ως την πόρτα. Στάθηκε εκεί πολλή ώρα.

Ύστερα ήπιε.

Η Ιόλη κοίταζε αλλού, για να μην το κάνει να νιώθει πως έδινε εξετάσεις.

Κάθε μέρα ανέβαζαν το πιατάκι λίγο πιο κοντά στη σκάλα. Κάθε μέρα το πουλί περπατούσε λίγο περισσότερο.

Ένα πρωί ανέβηκε στο πρώτο σκαλί.

Την ίδια μέρα, η Ιόλη βρήκε τη γιαγιά της στον κήπο.

—Δεν κατάφερες να το βγάλεις, της είπε.

Η ηλικιωμένη γυναίκα άφησε κάτω το ψαλίδι με το οποίο κλάδευε τις τριανταφυλλιές.

—Όχι.

—Γιατί δεν μου το είπες;

—Ήθελα να σου το πω πολλές φορές. Ντρεπόμουν που άνοιξα την πόρτα και ύστερα σταμάτησα να πηγαίνω.

Η Ιόλη κάθισε δίπλα της.

—Αύριο θα έρθεις μαζί μου;

Η γιαγιά της έπιασε το χέρι της.

—Αύριο θα έρθω.

Και ήρθε.

Η σκάλα την κούρασε. Στο τρίτο σκαλί σταμάτησε να πάρει ανάσα. Το πουλί, που στεκόταν λίγο πιο κάτω, σήκωσε το κεφάλι.

—Άργησες, είπε.

—Το ξέρω.

Η γιαγιά κάθισε στο σκαλί. Η Ιόλη κάθισε δίπλα της.

Εκείνο το πρωί δεν προσπάθησαν να πάνε πουθενά.

Το επόμενο, ανέβηκαν και οι τρεις δύο σκαλιά.

Όταν το πουλί έφτασε επιτέλους στην αίθουσα του θρόνου, ο βασιλιάς στεκόταν κοντά στο παράθυρο.

—Τι είναι αυτό; ρώτησε.

Το πουλί μαζεύτηκε πίσω από το παπούτσι της Ιόλης.

—Ένας καλεσμένος μου, απάντησε εκείνη.

Ο βασιλιάς κοίταξε τη μητέρα του. Εκείνη τον κοίταξε με τη σειρά της.

—Άνοιξε το παράθυρο, του είπε.

Έξω φυσούσε. Τα φύλλα του κήπου γυάλιζαν από την πρωινή βροχή.

Το πουλί ανέβηκε στο περβάζι. Άνοιξε τα φτερά, τα έκλεισε και κοίταξε πίσω.

Η Ιόλη περίμενε.

Κανείς δεν του είπε να βιαστεί.

Όταν πέταξε, το γαλάζιο της ουράς του φάνηκε για μια στιγμή πάνω από τις τριανταφυλλιές. Ύστερα χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα.

Η Ιόλη έμεινε στο παράθυρο ώσπου άρχισε να νυχτώνει.

—Λες να ξαναέρθει; ρώτησε.

Η γιαγιά της στάθηκε δίπλα της.

—Δεν ξέρω.

Το άλλο πρωί, την ώρα που ο βασιλιάς ετοιμαζόταν να δεχτεί τους συμβούλους του, ακούστηκε τραγούδι από τον κήπο.

Ήταν λιγάκι βραχνό στην αρχή.

Ύστερα δυνάμωσε.

Ο βασιλιάς άκουσε πως φοβόταν μήπως κάνει λάθος. Η γιαγιά άκουσε πως της είχε λείψει η νεότητά της. Και η Ιόλη άκουσε πως μερικές φορές κουραζόταν να είναι πάντα το φρόνιμο παιδί.

Οι σύμβουλοι κοιτάχτηκαν αμήχανα.

—Να κλείσουμε το παράθυρο, Μεγαλειότατε;

Ο βασιλιάς πήγε να απαντήσει. Έπειτα κοίταξε την κόρη του, που στεκόταν ακόμη με τα εκατό κλειδιά στην τσέπη.

—Όχι, είπε. Αφήστε το ανοιχτό.

© 2026 Χριστίνα Σιμοπούλου (Christi Simo)

The Princess and the Hundredth Key

On Princess Ioli’s twelfth birthday, her grandmother gave her a hundred keys.

They hung from a silver ring. Some were long and slender; others were short, with crooked little teeth. One had a bird engraved on it.

“Are they all for the castle?” Ioli asked.

“Every one.”

“What should I do with them?”

“Open things, my dear. What else?”

That was the curious thing about her grandmother. She gave the simplest answers to questions that puzzled everyone else.

Ioli spent the summer opening doors.

She found a storeroom full of broken clocks, a room of maps showing countries that had changed their names, and a kitchen where the pastry cook hid his unsuccessful cakes.

“You didn’t see this,” he said, covering a cake that leaned dangerously to one side.

Ioli agreed, in exchange for a slice.

By the end of August, she had found ninety-nine doors.

Only the little key with the bird remained.

She tried it everywhere: in the tower, the cellar, the stables. She searched beneath rugs and behind paintings. She asked the chamberlain, the gardener, and a maid who had worked in the castle since the king was a baby.

Nobody knew of another door.

“Perhaps it’s a spare,” her father said.

Ioli wasn’t convinced. A spare key would open at least one of the ninety-nine.

One evening, as she crossed the empty throne room, she heard a knock.

She stopped.

The knock came again.

It was coming from behind the throne.

Ioli pulled aside the heavy curtain. Low in the wall was a door so small that she would have to crawl through it.

“Is someone there?”

“At last,” said a rough little voice. “Can you help me?”

The small key fitted the lock.

The door opened onto a narrow stone staircase.

Ioli fetched a lantern and went down. At the bottom, she found a room with a low ceiling. A cage stood in the middle. Inside was a bird with grey feathers and a blue tail.

The cage door was open.

“But you can get out,” Ioli said.

“I know.”

“Then why are you staying?”

The bird looked towards the doorway.

“They put me here because I sang truths they didn’t want to hear.”

Ioli sat on the floor.

“What truths?”

“That the king was afraid. That the queen was unhappy. That the children in the garden wanted to play with the children outside the gates.”

“Who opened your cage?”

“A girl. Many years ago. She had your eyes.”

Ioli thought of her grandmother.

“Why didn’t you leave with her?”

The bird lowered its head.

“I reached the doorway. Someone was walking on the stairs. I went back inside. The next day, I tried again. Then I began saying, ‘Tomorrow.’”

Ioli didn’t reach in to catch it.

She set the lantern beside her.

“Shall I stay for a while?”

The bird nodded.

She told it about the hundred keys, the crooked cake, and her father, who believed he knew every corner of the castle.

The bird made a small sound. It sounded like a laugh that hadn’t been used for years.

The next day, Ioli returned. She brought water in a shallow dish and left it just outside the cage.

The bird hopped down from its perch. It reached the cage door and stood there for a long time.

Then it drank.

Ioli looked away so it wouldn’t feel as though it were taking a test.

Each day, they moved the dish a little closer to the stairs. Each day, the bird walked a little farther.

One morning, it climbed onto the first step.

That same day, Ioli found her grandmother in the garden.

“You couldn’t get it out,” she said.

The old woman put down her pruning shears.

“No.”

“Why didn’t you tell me?”

“I wanted to, many times. I was ashamed that I opened the door and then stopped going back.”

Ioli sat beside her.

“Will you come with me tomorrow?”

Her grandmother took her hand.

“Tomorrow, I’ll come.”

And she did.

The staircase tired her. On the third step, she stopped to catch her breath. The bird, standing a little farther down, raised its head.

“You’re late,” it said.

“I know.”

Grandmother sat on the step. Ioli sat beside her.

That morning, they didn’t try to go anywhere.

The next morning, all three of them climbed two steps.

When the bird finally reached the throne room, the king was standing near the window.

“What is that?” he asked.

The bird shrank behind Ioli’s shoe.

“A guest of mine,” she answered.

The king looked at his mother. She looked back at him.

“Open the window,” she said.

Outside, the wind was blowing. The garden leaves shone with morning rain.

The bird hopped onto the sill. It opened its wings, folded them, and looked back.

Ioli waited.

Nobody told it to hurry.

When it flew, its blue tail flashed above the roses for a moment. Then it disappeared among the trees.

Ioli stayed at the window until dusk.

“Do you think it will come back?” she asked.

Her grandmother stood beside her.

“I don’t know.”

The following morning, as the king prepared to receive his advisers, singing came from the garden.

It was a little rough at first.

Then it grew stronger.

The king heard that he was afraid of making mistakes. Grandmother heard that she missed being young. And Ioli heard that sometimes she grew tired of always being the well-behaved child.

The advisers exchanged uneasy glances.

“Shall we close the window, Your Majesty?”

The king began to answer. Then he looked at his daughter, who still had the hundred keys in her pocket.

“No,” he said. “Leave it open.”

© 2026 Christina Simopoulou (Christi Simo)

Αν θέλεις ένα προσωποποιημένο παραμύθι για το παιδί σου ή για κάποιον που αγαπάς, στείλε μας email. Ένα όνομα, μια ανάμνηση ή μια επιθυμία μπορούν να γίνουν η αρχή μιας ξεχωριστής ιστορίας.

📩 Χριστίνα Σιμοπούλου: christi714@gmail.com
📩 e-enimerosi: e.enimerosi20@gmail.com

Και για περισσότερες πληροφορίες διάβασε κι αυτό! 

Ακολούθησε την e-enimerosi και τη Χριστίνα Σιμοπούλου (Christi Simo) για περισσότερα παραμύθια, κείμενα και μικρές αποδράσεις στον κόσμο της φαντασίας.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!