Η Bundestag ενέκρινε την αύξηση της φορολογίας στα προϊόντα καπνού, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα άνοιξε τον δρόμο για την περαιτέρω αύξηση της συμμετοχής της UniCredit στην Commerzbank και το Βερολίνο προωθεί ένα νέο πρόγραμμα συνταξιοδοτικής αποταμίευσης από την παιδική ηλικία.
Τρεις εξελίξεις που επηρεάζουν την καθημερινότητα των πολιτών, τον τραπεζικό χάρτη της Ευρώπης και το μέλλον του γερμανικού κοινωνικού κράτους.
Τρεις σημαντικές οικονομικές εξελίξεις βρίσκονται στο επίκεντρο της γερμανικής επικαιρότητας στις 16 Οκτωβρίου 2026. Η ομοσπονδιακή Βουλή ενέκρινε την αύξηση του φόρου καπνού, η ιταλική UniCredit εξασφάλισε μια κρίσιμη εποπτική έγκριση στην προσπάθειά της να αποκτήσει τον έλεγχο της Commerzbank και η κυβέρνηση προωθεί την καθιέρωση κρατικής ενίσχυσης για τη δημιουργία συνταξιοδοτικού κεφαλαίου για τα παιδιά.
Οι τρεις υποθέσεις αφορούν διαφορετικούς τομείς, αναδεικνύουν όμως τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Το Βερολίνο αναζητά πρόσθετα δημόσια έσοδα, βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σημαντική διασυνοριακή τραπεζική εξαγορά και επιχειρεί να προετοιμάσει τις νεότερες γενιές για τις μελλοντικές πιέσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα.
Ακριβότερα τσιγάρα έως το 2030, στα 12 ευρώ το μέσο πακέτο
Η ομοσπονδιακή βουλή ενέκρινε το βράδυ της Πέμπτης, 15 Οκτωβρίου, την αύξηση της φορολογίας στα προϊόντα καπνού, με τις ψήφους των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών, που συγκροτούν τον κυβερνητικό συνασπισμό. Σύμφωνα με τη γερμανική δημόσια ραδιοτηλεόραση ARD και την Tagesschau, η μέση τιμή ενός πακέτου 20 τσιγάρων αναμένεται να αυξηθεί έως το 2030 κατά σχεδόν τέσσερα ευρώ, φτάνοντας περίπου τα 12 ευρώ. Για ορισμένες επώνυμες μάρκες, η τιμή μπορεί να προσεγγίσει ακόμη και τα 14 ευρώ.
Οι αυξήσεις δεν περιορίζονται στα συμβατικά τσιγάρα. Ακριβότερα αναμένεται να γίνουν ο καπνός για στριφτά τσιγάρα, τα πούρα, τα πουράκια και ο καπνός για ναργιλέ. Παράλληλα, προβλέπεται σταδιακή αύξηση της φορολογίας στα υγρά των ηλεκτρονικών τσιγάρων, από 38 λεπτά ανά χιλιοστόλιτρο σήμερα στα 44 λεπτά έως το 2030. Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη φορολογική μεταρρύθμιση ως μέτρο με διπλό στόχο. Αφενός επιδιώκει να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα και να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα, αφετέρου επιδιώκει να αποθαρρύνει το κάπνισμα, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες. Ο υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ υποστήριξε ότι η αύξηση θα συμβάλει στη δημοσιονομική εξυγίανση, καθώς, σύμφωνα με όσα δήλωσε στο ARD, υπάρχει κενό 34 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό.
Οι προσδοκίες για τα έσοδα είναι σημαντικές. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπολογίζει ότι το 2027 θα εισπράξει έως και 1,5 δισ. ευρώ επιπλέον, ενώ μέχρι το 2030 τα πρόσθετα έσοδα εκτιμάται ότι θα φτάσουν συνολικά περίπου τα 12 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η αύξηση των τιμών προκαλεί αντιδράσεις στην καπνοβιομηχανία, η οποία προειδοποιεί ότι ορισμένοι καταναλωτές ενδέχεται να στραφούν στην παράνομη αγορά ή σε προϊόντα που διακινούνται χωρίς την καταβολή των προβλεπόμενων φόρων. Η νομοθετική πρωτοβουλία συνάντησε επίσης αντιδράσεις από την AfD, τους Πράσινους και την Αριστερά, για διαφορετικούς λόγους.
Οι Πράσινοι, παρότι τάσσονται υπέρ της υψηλότερης φορολόγησης του καπνού, θεωρούν ότι οι επιβαρύνσεις σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων δεν είναι αρκετά μεγάλες. Η διάσταση της δημόσιας υγείας παραμένει κεντρική. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Tagesschau, περίπου το 19% των ατόμων ηλικίας 15 ετών και άνω στη Γερμανία καπνίζει. Το Γερμανικό Κέντρο Έρευνας για τον Καρκίνο υπολογίζει ότι περίπου 131.000 άνθρωποι πέθαναν το 2023 από ασθένειες που συνδέονται με το κάπνισμα. Η διαδικασία περνά από το Bundesrat, το ομοσπονδιακό συμβούλιο που εκπροσωπεί τα γερμανικά κρατίδια. Η τελική έκβαση της διαδικασίας αναμένεται να οριστικοποιήσει την εφαρμογή των φορολογικών αυξήσεων.
Commerzbank, η UniCredit ένα βήμα πιο κοντά στον έλεγχο της γερμανικής τράπεζας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στον τραπεζικό τομέα, καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενέκρινε το αίτημα της ιταλικής UniCredit να υπερβεί το όριο του 30% στη συμμετοχή της στην Commerzbank και να αυξήσει περαιτέρω το ποσοστό της χωρίς συγκεκριμένο ανώτατο όριο στο πλαίσιο της συγκεκριμένης έγκρισης. Η απόφαση, που έγινε γνωστή στις 15 Οκτωβρίου, αποτελεί κρίσιμο βήμα στην προσπάθεια της UniCredit να αποκτήσει τον έλεγχο της γερμανικής τράπεζας.
Η ιταλική τράπεζα επιδιώκει εδώ και περίπου δύο χρόνια να ενισχύσει τη θέση της στην Commerzbank, η οποία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τραπεζικούς ομίλους της Γερμανίας και έχει κεντρικό ρόλο στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων, ιδίως μικρομεσαίων. Τον Μάιο, η UniCredit κατέθεσε πρόταση ανταλλαγής μετοχών για το σύνολο των μετοχών της Commerzbank, εξασφαλίζοντας πρόσβαση σε ένα σημαντικό μέρος του μετοχικού της κεφαλαίου. Η έγκριση της ΕΚΤ ήταν απαραίτητη για να προχωρήσει η μετατροπή των μετοχών που απέκτησε μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας σε μετοχές της UniCredit.
Η ιταλική τράπεζα εκτιμά ότι, εφόσον ολοκληρωθούν οι εκκρεμείς εγκρίσεις, θα μπορούσε έως το τέλος του έτους να διαθέτει περίπου το 50% των δικαιωμάτων ψήφου της Commerzbank. Ένα τέτοιο ποσοστό θα της έδινε τη δυνατότητα να αναλάβει τον έλεγχο της γερμανικής τράπεζας. Η υπόθεση προκαλεί έντονες αντιδράσεις στη Γερμανία. Η διοίκηση της Commerzbank έχει αντιταχθεί στην εξαγορά, ενώ και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει εκφράσει επιφυλάξεις για την προοπτική να περάσει ο έλεγχος της τράπεζας σε έναν μεγάλο ξένο όμιλο.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους μετόχους των δύο τραπεζών. Η Commerzbank διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη χρηματοδότηση της γερμανικής οικονομίας και στη στήριξη επιχειρήσεων που χρειάζονται τραπεζική πίστωση για επενδύσεις, εξαγωγές και ανάπτυξη. Για το Βερολίνο, η εξέλιξη συνδέεται επίσης με τη θέση της Φρανκφούρτης ως χρηματοπιστωτικού κέντρου και με τη διατήρηση ισχυρών τραπεζικών δομών στη Γερμανία.
Η έγκριση της ΕΚΤ, πάντως, δεν σημαίνει ότι η εξαγορά έχει ολοκληρωθεί. Παραμένουν εκκρεμείς εγκρίσεις και διαδικαστικά βήματα, ενώ οι δύο τράπεζες έχουν ξεκινήσει συνομιλίες για το ενδεχόμενο συνένωσης. Η έκβαση της υπόθεσης αναμένεται να επηρεάσει όχι μόνο τη μελλοντική πορεία της Commerzbank, αλλά και τη συζήτηση για τη δημιουργία μεγαλύτερων τραπεζικών ομίλων στην Ευρώπη, σε μια περίοδο κατά την οποία ο ανταγωνισμός μεταξύ των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων παραμένει έντονος.
Δέκα ευρώ τον μήνα για κάθε παιδί, το νέο πρόγραμμα συνταξιοδοτικής αποταμίευσης
Μια διαφορετική οικονομική παρέμβαση αφορά τις οικογένειες και τη μελλοντική συνταξιοδοτική ασφάλεια των παιδιών. Η Bundestag ενέκρινε την Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου, τη λεγόμενη «Frühstartrente», ένα πρόγραμμα κρατικής ενίσχυσης για τη δημιουργία ιδιωτικού συνταξιοδοτικού κεφαλαίου από την παιδική ηλικία. Σύμφωνα με το σχέδιο, το κράτος θα καταβάλλει 10 ευρώ τον μήνα για κάθε δικαιούχο παιδί, από τη συμπλήρωση του έκτου έτους έως την ενηλικίωσή του. Τα χρήματα θα επενδύονται σε ειδικό λογαριασμό συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, με στόχο να δημιουργηθεί ένα κεφάλαιο που θα αξιοποιηθεί στη μελλοντική συνταξιοδότηση.
Το πρόγραμμα προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2027. Αρχικά, δικαιούχοι θα είναι τα παιδιά που γεννήθηκαν το 2020, ενώ κάθε χρόνο θα εντάσσεται η επόμενη ηλικιακή ομάδα που συμπληρώνει τα έξι έτη. Η ενίσχυση θα ανέρχεται σε 120 ευρώ ετησίως. Σε διάστημα 12 ετών, οι κρατικές εισφορές θα φτάνουν συνολικά τα 1.440 ευρώ για κάθε παιδί, χωρίς να υπολογίζονται οι αποδόσεις από τις επενδύσεις. Για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα προβλέπονται προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η κατοικία στη Γερμανία και η ύπαρξη φορολογικού αριθμού ταυτοποίησης.
Τα παιδιά που γεννήθηκαν πριν από το 2020 δεν περιλαμβάνονται στην αρχική ρύθμιση. Οι γονείς θα μπορούν να ανοίγουν ειδικό επενδυτικό λογαριασμό στο όνομα του παιδιού τους μέσω πιστοποιημένου ιδιωτικού παρόχου. Εάν δεν δημιουργηθεί ατομικός λογαριασμός, τα χρήματα θα επενδύονται από το κράτος σε ειδικό συλλογικό κεφάλαιο, το οποίο θα διαχειρίζεται η Bundesbank. Οι επενδύσεις προβλέπεται να κατευθύνονται σε ευρέως διαφοροποιημένες διεθνείς μετοχές ή μετοχικά επενδυτικά κεφάλαια. Το πρόγραμμα επιδιώκει να αξιοποιήσει τον μακροχρόνιο επενδυτικό ορίζοντα, ώστε ακόμη και μικρές μηνιαίες εισφορές να μπορούν να εξελιχθούν σε σημαντικότερο κεφάλαιο με την πάροδο των δεκαετιών.
Πώς μπορούν τα 10 ευρώ να γίνουν 53.000 ευρώ
Οι υπολογισμοί του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών δείχνουν ότι, με υποθετική ετήσια απόδοση 7%, οι κρατικές καταβολές θα μπορούσαν να έχουν φτάσει περίπου τα 2.200 ευρώ έως την ενηλικίωση του παιδιού και να προσεγγίσουν τις 53.000 ευρώ έως την ηλικία των 65 ετών, εφόσον το κεφάλαιο παραμείνει επενδεδυμένο μετά τα 18 και δεν πραγματοποιηθούν πρόσθετες εισφορές. Τα ποσά αυτά, ωστόσο, δεν είναι εγγυημένα. Πρόκειται για μοντέλο υπολογισμού που βασίζεται σε συγκεκριμένη υποθετική απόδοση. Η πραγματική αξία του κεφαλαίου θα εξαρτηθεί από την πορεία των αγορών, τις αποδόσεις και τις επιπτώσεις του πληθωρισμού.
Το γερμανικό κράτος δεν εγγυάται συγκεκριμένη απόδοση ούτε καλύπτει πιθανές επενδυτικές απώλειες. Οι οικογένειες θα μπορούν επίσης να καταβάλλουν πρόσθετα ποσά, με δυνατότητα προαιρετικών εισφορών έως 6.840 ευρώ ετησίως, σύμφωνα με τις σχετικές προβλέψεις. Το κεφάλαιο προορίζεται για τη συνταξιοδοτική ασφάλεια και δεν θα μπορεί να χρησιμοποιείται ελεύθερα για οποιαδήποτε καταναλωτική ανάγκη. Η καταβολή σύνταξης προβλέπεται κατά κανόνα από το 65ο έτος, ενώ υπάρχουν ειδικές προβλέψεις για τη χρήση του κεφαλαίου σε ιδιοκατοίκηση. Η μεταρρύθμιση εντάσσεται στην προσπάθεια της Γερμανίας να ενισχύσει την ιδιωτική αποταμίευση συμπληρωματικά προς το δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα. Η γήρανση του πληθυσμού και η μεταβολή της αναλογίας εργαζομένων προς συνταξιούχους δημιουργούν πιέσεις στη μακροχρόνια χρηματοδότηση των συντάξεων.
Η Frühstartrente επιχειρεί να αντιμετωπίσει μέρος αυτής της πρόκλησης, δίνοντας στις νεότερες γενιές τη δυνατότητα να αρχίσουν να δημιουργούν κεφάλαιο από μικρή ηλικία. Ταυτόχρονα, όμως, μεταφέρει μέρος του κινδύνου στις κεφαλαιαγορές, καθώς η τελική αξία των αποταμιεύσεων δεν είναι προκαθορισμένη.
Οι τρεις αποφάσεις φωτίζουν διαφορετικές πλευρές της γερμανικής οικονομικής πολιτικής.
Η αύξηση του φόρου καπνού επιβαρύνει τους καταναλωτές, ενώ παράλληλα δημιουργεί προσδοκίες για υψηλότερα δημόσια έσοδα και περιορισμό του καπνίσματος.
Η υπόθεση της Commerzbank αναδεικνύει τις εντάσεις που μπορεί να προκαλέσει μια διασυνοριακή τραπεζική εξαγορά, ακόμη και όταν αυτή εξελίσσεται εντός της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς.
Η Frühstartrente, από την άλλη πλευρά, επιχειρεί να δημιουργήσει ένα νέο συμπληρωματικό εργαλείο για τη μελλοντική συνταξιοδοτική ασφάλεια.
Για τους πολίτες, οι επιπτώσεις είναι διαφορετικές αλλά συγκεκριμένες. Οι καπνιστές θα πρέπει να προετοιμαστούν για υψηλότερες τιμές, οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι παρακολουθούν τις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα, ενώ οι οικογένειες με παιδιά που πληρούν τις προϋποθέσεις θα μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε έναν νέο μηχανισμό μακροχρόνιας αποταμίευσης. Το κοινό στοιχείο είναι η προσπάθεια προσαρμογής της γερμανικής οικονομίας σε ένα περιβάλλον αυξημένων δημοσιονομικών αναγκών, εντεινόμενου ευρωπαϊκού ανταγωνισμού και δημογραφικών αλλαγών.
Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν πώς θα εφαρμοστούν τα μέτρα, εάν οι προβλεπόμενες φορολογικές αυξήσεις θα αποδώσουν τα αναμενόμενα έσοδα και αν η UniCredit θα καταφέρει να αποκτήσει τον έλεγχο της Commerzbank. Για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, το βασικό ερώτημα θα είναι κατά πόσο το νέο σύστημα θα μπορέσει να προσφέρει ουσιαστικό συμπλήρωμα στη μελλοντική σύνταξη των σημερινών παιδιών.

