Σε τροχιά πλήρους επανεκκίνησης φαίνεται ότι έχει εισέλθει το κρίσιμο για την Εθνική Άμυνα πρόγραμμα αναβάθμισης των ελληνικών F-16 σε επίπεδο Viper, με την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ) να επιδεικνύει σημαντική πρόοδο μετά από χρόνια καθυστερήσεων και οργανωτικής αστάθειας.
Το 40ό αναβαθμισμένο F-16 Viper έχει ήδη ολοκληρώσει τις πτητικές του δοκιμές και εισέρχεται στο τελικό στάδιο βαφής, λίγο πριν παραδοθεί στην 337 Μοίρα «Φάντασμα» της Πολεμικής Αεροπορίας. Παράλληλα, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες παράδοσης-παραλαβής βρίσκονται σε εξέλιξη, ενώ το 41ο αεροσκάφος ακολουθεί με ταχύ ρυθμό, επιβεβαιώνοντας ότι το ορόσημο των 11 παραδόσεων για το πρώτο εξάμηνο του 2025 μπορεί να επιτευχθεί.
Η θεαματική βελτίωση του ρυθμού εργασιών στην ΕΑΒ αποτελεί σημείο καμπής για τον ελληνικό αμυντικό σχεδιασμό. Μετά την περίοδο στασιμότητας και οργανωτικής σύγχυσης, η εταιρεία φαίνεται πλέον να λειτουργεί σε καθεστώς «συναγερμού», με την παραγωγική της δυναμικότητα να προσαρμόζεται στις αυξημένες απαιτήσεις.
Οι εργαζόμενοι της ΕΑΒ αποδεικνύουν στην πράξη ότι οι δυνατότητες υπάρχουν, εφόσον υπάρχουν και οι κατάλληλες πολιτικές και διοικητικές συνθήκες. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η πορεία του προγράμματος Viper λειτουργεί ως βαρόμετρο για την αξιοπιστία του ελληνικού κράτους απέναντι στις αμυντικές του υποχρεώσεις και τις διεθνείς του συνεργασίες.
Παρά τη θετική τροχιά της αναβάθμισης, ένα κρίσιμο τεχνολογικό ζήτημα παραμένει άλυτο: το νέο σύστημα αυτοπροστασίας των Viper. Αν και τα αεροσκάφη φέρουν σήμερα το σύστημα ASPIS II, κοινό με τις προηγούμενες εκδόσεις Block 52, οι δυνατότητές του φαίνεται πως προσεγγίζουν τα όρια της επιχειρησιακής του αποτελεσματικότητας.
Η Πολεμική Αεροπορία έχει ήδη απευθύνει ερώτημα στις ΗΠΑ για τη διαθεσιμότητα και το κόστος ενός νέου, προηγμένου συστήματος, πλήρως συμβατού με το ραντάρ AESA που διαθέτουν τα Viper. Ωστόσο, επειδή το σύστημα αυτό δεν είχε ενταχθεί στην αρχική συμφωνία αναβάθμισης, η όποια νέα απόκτηση ενδέχεται να φέρει σημαντικό πρόσθετο κόστος με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον σχεδιασμό των επόμενων ετών.
Το σύστημα αυτοπροστασίας μπορεί να μην είναι επιθετικό οπλικό σύστημα, ωστόσο αποτελεί την «καρδιά επιβίωσης» κάθε μαχητικού αεροσκάφους. Χωρίς αυτό, ακόμα και το πιο εξελιγμένο μαχητικό καθίσταται ευάλωτο σε σύγχρονες απειλές. Στο περιβάλλον του δικτυοκεντρικού πολέμου, το νέο σύστημα θα πρέπει να παρέχει πλήρη επίγνωση απειλών, δυνατότητα αντίδρασης και αυτοματισμούς που να καλύπτουν το σύνολο του φάσματος της αεράμυνας.
Συμπέρασμα:
Η αποκατάσταση της αξιοπιστίας της ΕΑΒ και η πρόοδος στο πρόγραμμα Viper αποτελούν σημαντική επιτυχία. Ωστόσο, το ζήτημα του συστήματος αυτοπροστασίας δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά κεντρικό ζητούμενο για την επιβίωση των πιλότων και την αποτρεπτική ισχύ της χώρας. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν τους επόμενους μήνες θα καθορίσουν όχι μόνο την τελική μορφή των Viper, αλλά και τον αμυντικό ρόλο της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή έως το 2030.

