Η πολιτική εικόνα που διαμορφώνεται στη Γερμανία μετά τις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις δεν αφήνει πολλά περιθώρια για εφησυχασμό στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) βρίσκονται σε ιδιαίτερα δύσκολη δημοσκοπική και εκλογική θέση, η AfD καταγράφει σημαντική δυναμική και στο εσωτερικό της Ένωσης έχει ήδη ανοίξει συζήτηση για την πολιτική στρατηγική και την ”ηγεσία” (Ανεπίσημα, επίσημα δεν τίθεται θέμα) του Φρίντριχ Μερτς.
Τα τελευταία αποτελέσματα σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία λειτουργούν ως καταλύτης μιας συζήτησης που υπήρχε ήδη στη Γερμανία: γιατί ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος απομακρύνεται από τα παραδοσιακά κόμματα και στρέφεται σε εναλλακτικές πολιτικές δυνάμεις;
Η εικόνα των δημοσκοπήσεων ενισχύει αυτή τη συζήτηση. Σε πρόσφατη μέτρηση του RTL/ntv, η AfD εμφανιζόταν στο 28%, επτά μονάδες μπροστά από την Ένωση, που βρισκόταν στο 21%, ενώ η SPD παρέμενε στο 12%. Στην ίδια μέτρηση, μόλις 13% δήλωναν ικανοποιημένοι από το έργο του Φρίντριχ Μερτς, έναντι 85% που δήλωναν μη ικανοποιημένοι. Αυτά τα ποσοστά, βέβαια, αποτυπώνουν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και δεν αποτελούν πρόβλεψη για μελλοντικές εκλογές. Αποτελούν όμως ένα σαφές πολιτικό μήνυμα για το κλίμα που επικρατεί σήμερα στη χώρα.
Η πίεση στον Μερτς
Ο Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με δύο παράλληλες πιέσεις.
Η πρώτη προέρχεται από το εκλογικό σώμα και καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις και στα αποτελέσματα των εκλογών των κρατιδίων.
Η δεύτερη προέρχεται από το ίδιο το κόμμα του, όπου μετά τις διαδοχικές εκλογικές απώλειες διατυπώνονται αιτήματα για σε βάθος ανάλυση των αποτελεσμάτων και αλλαγή πολιτικής πορείας. Ήδη υπάρχουν φωνές στο εσωτερικό του κόμματος που ζητούν πλήρη αποτίμηση των ηττών και συζήτηση ακόμη και για πολιτικές και προσωπικές συνέπειες.
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για το εάν ο καγκελάριος θα πρέπει να αποχωρήσει έχει περάσει πλέον και στη δημοσιότητα. Το γεγονός ότι τίθεται δημόσια ένα τέτοιο ερώτημα δείχνει το μέγεθος της πολιτικής πίεσης που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση. Ωστόσο, άλλο η καταγραφή μιας πολιτικής κρίσης και άλλο η εκτίμηση ότι επίκειται αλλαγή ηγεσίας. Μέχρι σήμερα, ο Μερτς παραμένει καγκελάριος και έχει δηλώσει ότι θέλει να συνεχίσει την προσπάθεια υλοποίησης του κυβερνητικού προγράμματος.
Το πρόβλημα της Ένωσης δεν είναι μόνο ο Μερτς
Κατά την εκτίμησή μου, το ουσιαστικότερο ερώτημα για τη CDU/CSU δεν είναι αποκλειστικά προσωπικό. Είναι στρατηγικό. Η Ένωση καλείται να απαντήσει σε μια κοινωνία που αντιμετωπίζει οικονομική αβεβαιότητα, υψηλό κόστος διαβίωσης, προβλήματα στην αγορά κατοικίας και ενοικίων, το ενεργειακό κόστος και τις ανησυχίες για το μέλλον του κοινωνικού κράτους.
Παράλληλα, η κυβέρνηση καλείται να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου CDU/CSU και SPD έχουν διαφορετικές προτεραιότητες και συχνά διαφορετικές αντιλήψεις για το εύρος των αλλαγών. Η ίδια η κυβέρνηση έχει ήδη συμφωνήσει σε ένα μεγάλο πακέτο μεταρρυθμίσεων, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων φορολογικές αλλαγές, παρεμβάσεις στην εργασία, την κοινωνική πολιτική και τη γραφειοκρατία και το συνταξιοδοτικό. Το ζήτημα τώρα είναι εάν αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα μπορέσουν να μετατραπούν σε ορατά αποτελέσματα για την καθημερινότητα των πολιτών.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς θα έπρεπε να παραιτηθεί, υποστηρίζουν το 55% των Γερμανών. Αυτό είναι το αποτέλεσμα δημοσκόπησης του Forsa για το βαρόμετρο τάσεων RTL και ntv. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, το 40% πιστεύει ότι ο ηγέτης του CDU θα έπρεπε να συνεχίσει να ηγείται της κυβέρνησης. Στην ανατολική Γερμανία, το 68% δεν θέλει πλέον τον Μερτς ως καγκελάριο. Στη δυτική Γερμανία, το ποσοστό είναι 53%.
Η AfD και η αλλαγή του πολιτικού χάρτη
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η άνοδος της AfD. Η δύναμη του κόμματος δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται μόνο ως ένα προσωρινό εκλογικό φαινόμενο. Τα πρόσφατα αποτελέσματα στα ανατολικά κρατίδια, αλλά και η δημοσκοπική του επίδοση σε ομοσπονδιακό επίπεδο, δείχνουν ότι η AfD έχει αποκτήσει σημαντική εκλογική βάση.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα για το CDU:
Αφενώς, διατηρείται η πολιτική του Brandmauer (τείχους κατά της AfD), δηλαδή η άρνηση συνεργασίας με την AfD
Aφετέρου, Ένωση πρέπει να βρει τρόπους να απαντήσει στα ζητήματα που οδηγούν ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος προς αυτήν.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη στρατηγική πρόκληση. Η πολιτική συζήτηση στη Γερμανία δεν αφορά πλέον μόνο το εάν η AfD ανεβαίνει. Αφορά και γιατί ανεβαίνει και πώς τα παραδοσιακά κόμματα θα αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές και οικονομικές αιτίες της δυσαρέσκειας.
Ανατολή και Δύση, οικονομία και κοινωνία
Οι τελευταίες εκλογές ανέδειξαν με ιδιαίτερη ένταση και τη διαφορετική πολιτική συμπεριφορά μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας. Στην Ανατολή, η AfD καταγράφει ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις. Το ζήτημα συνδέεται με ένα σύνολο παραγόντων: οικονομικές ανισότητες, διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, κοινωνική ανασφάλεια και αντίληψη ότι το πολιτικό Βερολίνο δεν απαντά επαρκώς στα προβλήματα της καθημερινότητας.
Διαβάστε ακόμα: Μερτς: «Δεν μπορούμε να ωραιοποιήσουμε το αποτέλεσμα στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία»
Δεν πρέπει όμως να παραβλέπεται ότι η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στην Ανατολική Γερμανία. Η χαμηλή ικανοποίηση από την κυβέρνηση και η αίσθηση πολιτικής αναποτελεσματικότητας εμφανίζονται ευρύτερα στη χώρα. Η προηγούμενη μέτρηση RTL/ntv κατέγραφε ότι 56% δεν θεωρούσαν κανένα κόμμα ικανότερο από τα άλλα να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της Γερμανίας. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της σημερινής συγκυρίας: η κρίση εμπιστοσύνης δεν αφορά μόνο ένα κόμμα.
Η κυβέρνηση έχει μπροστά της την ώρα των αποφάσεων
Την ίδια στιγμή που η Ένωση βρίσκεται υπό πίεση, CDU/CSU και SPD συνεχίζουν τις συζητήσεις για τις μεταρρυθμίσεις. Η κυβέρνηση έχει ήδη αναγνωρίσει ότι η οικονομική κατάσταση απαιτεί αλλαγές και ότι χρειάζεται ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της γερμανικής οικονομίας. Στις πρόσφατες διαβουλεύσεις μεταξύ κυβέρνησης, εργοδοτών και συνδικάτων τέθηκε ακριβώς η ανάγκη για βασικές μεταρρυθμίσεις, με στόχο την αντιμετώπιση της οικονομικής αδυναμίας της χώρας.
Μετά τις τελευταίες εκλογές, όμως, η πίεση γίνεται μεγαλύτερη. Η αντιπρόεδρος της SPD, Άνκε Ρέλινγκερ, δήλωσε ότι τα αποτελέσματα αποτελούν μήνυμα πως «κάτι πρέπει να αλλάξει» στην ομοσπονδιακή πολιτική και υπογράμμισε την ανάγκη για πραγματικές μεταρρυθμίσεις. Η κυβέρνηση, επομένως, βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη δοκιμασία: να αποδείξει ότι μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις και να παράγει αποτελέσματα, την ώρα που η πολιτική εμπιστοσύνη βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα.
Το μεγάλο ερώτημα για το CDU
Η σημερινή κατάσταση στη Γερμανία δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από ένα εκλογικό αποτέλεσμα ούτε από ένα πρόσωπο. Το CDU καλείται να επαναπροσδιορίσει πώς θα λειτουργήσει ως Volkspartei (κόμμα του λαού), δηλαδή ως κόμμα που μπορεί να απευθύνεται σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, χωρίς να χάσει τον παραδοσιακό του πυρήνα.
Ο Μερτς έχει επιλέξει να παραμείνει στο τιμόνι και να επιχειρήσει να αντιστρέψει την εικόνα μέσω του κυβερνητικού έργου. Το εάν αυτό θα αποδειχθεί επαρκές θα κριθεί από τις πολιτικές εξελίξεις και, κυρίως, από το εάν οι πολίτες θα διαπιστώσουν συγκεκριμένες αλλαγές στην οικονομία, στο κόστος ζωής, στην κοινωνική ασφάλεια και στη λειτουργία του κράτους.
Από τη Γερμανία, το μήνυμα που προκύπτει είναι σαφές ως προς το μέγεθος της πρόκλησης: η πολιτική ισορροπία μεταβάλλεται και η κυβέρνηση καλείται να δώσει απαντήσεις σε ένα εκλογικό σώμα που εμφανίζεται ολοένα πιο απαιτητικό και κατακερματισμένο.
Διαβάστε ακόμα: Πολιτικό σοκ στη Γερμανία: Ιστορική κατάρρευση του CDU σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία – Ο Μερτς αναλαμβάνει την ευθύνη

