Γράφει ο Μουρτζούκος Χρήστος
Η υπογραφή της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Mercosur, μετά από πάνω από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, γράφει πράγματι ιστορία για το παγκόσμιο εμπόριο.
Αλλά η «ιστορικότητα» αυτής της συμφωνίας, αν και αδιαμφισβήτητη, συνοδεύεται από σοβαρές ενστάσεις, έντονες αντιδράσεις και βαθιές ανησυχίες, ειδικά στον αγροτικό τομέα της Ευρώπης και στην Ελλάδα.
Η νέα συμφωνία, που υπεγράφη στην Ασουνσιόν της Παραγουάης το Σάββατο στις 17 Ιανουαρίου 2026, αφορά τη δημιουργία μιας από τις μεγαλύτερες εμπορικές ζώνες ελεύθερου εμπορίου στον κόσμο, καλύπτοντας περίπου 700 εκατομμύρια καταναλωτές και συνδέοντας τις αγορές της Ευρώπης με αυτές των χωρών Βραζιλίας, Αργεντινής, Παραγουάης και Ουρουγουάης.
Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εκπρόσωποι κρατών-μελών πανηγυρίζουν για τις «νέες ευκαιρίες» που ανοίγονται στην ευρωπαϊκή εξωστρέφεια και στις εξαγωγές, με σημείο αναφοράς τη δυνατότητα πρόσβασης σε πρωτογενείς πρώτες ύλες, προϊόντα τεχνολογίας και βιομηχανίας, υπάρχουν σημαντικές ενστάσεις που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν.
Οι Ευρωπαίοι αγρότες πενθούν ήδη τον κλάδο τους
Αν κάποιος περίμενε ότι σε όλη την Ευρώπη οι αγρότες θα χαιρέτιζαν τη συμφωνία με ενθουσιασμό, τότε η πραγματικότητα είναι αποκαρδιωτική για τις Βρυξέλλες. Από τη Γαλλία μέχρι την Ιρλανδία,την Πολωνία και την Ελλάδα, οι αγροτικοί φορείς εκφράζουν βαθιά ανησυχία και εκνευρισμό, τονίζοντας ότι η συμφωνία απειλεί τα βιώσιμα εισοδήματα, την παραγωγή και την ίδια την ύπαρξή τους.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των ιρλανδικών αγροτικών κινητοποιήσεων, όπου χιλιάδες παραγωγοί κατέβηκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για το ενδεχόμενο εισροής φθηνού βοείου κρέατος και άλλων προϊόντων από χώρες της Mercosur, που λειτουργούν με πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής και λιγότερους περιβαλλοντικούς περιορισμούς.
Παρά τις υποσχέσεις για «ισχυρές δικλίδες ασφαλείας» από την Κομισιόν, που προβλέπουν προσωρινές δυνατότητες αναστολής των προνομιακών δασμών εάν οι εισαγωγές πλήξουν σοβαρά τους ευρωπαϊκούς τομείς, πολλοί παραγωγοί επιμένουν ότι οι μέθοδοι ελέγχου και τα μέτρα προστασίας είναι είτε ανεπαρκή είτε δύσκολα εφαρμόσιμα.
Η ελληνική αγροτική αντίδραση και η τοπική διάσταση
Στην Ελλάδα, όπου ο αγροδιατροφικός τομέας αποτελεί μικρό σήμερα δυστυχώς, αλλά ιδιαίτερα ευαίσθητο πυλώνα της οικονομίας, η συζήτηση έχει πολλές αποχρώσεις. Από τη μία, η συμφωνία περιλαμβάνει προστασία γεωγραφικών ενδείξεων που αφορούν 344 ευρωπαϊκά προϊόντα, ανάμεσα στα οποία είναι και κορυφαία ελληνικά προϊόντα ΠΟΠ (21 τον αριθμό) όπως φέτα, ελαιόλαδο, κορινθιακή σταφίδα κρόκος Κοζάνης κ.α. Αυτή η διάσταση εμφανίζεται ως μια σημαντική διπλωματική επιτυχία για την ελληνική πλευρά, η οποία πέτυχε εξαρχής να ενισχύσει ρυθμίσεις προστασίας και να διευρύνει τους δασμούς για ευαίσθητα προϊόντα όπως τα εσπεριδοειδή.
Ωστόσο, η εικόνα στην ελληνική ύπαιθρο δεν είναι θετική. Πολλοί αγρότες και κτηνοτρόφοι θεωρούν ότι η συμφωνία θα ανοίξει αδικαιολόγητα την αγορά σε φθηνά εισαγόμενα προϊόντα που δεν υπόκεινται στους ίδιους οικολογικούς και κοινωνικούς περιορισμούς που ισχύουν στην ΕΕ. Η ανησυχία εστιάζεται στο ενδεχόμενο υπόσκαψης της ανταγωνιστικότητας των εγχώριων προϊόντων, με αποτέλεσμα να δοκιμαστούν περαιτέρω ήδη πιεσμένα εισοδήματα και να ενταθούν οι δημογραφικές και οικονομικές ανισότητες στην ελληνική περιφέρεια.
Ευρωπαϊκές εντάσεις και πολιτικές πιέσεις
Ακόμη και μεταξύ των κρατών-μελών, η υπογραφή της συμφωνίας συνοδεύτηκε από πολιτικές συγκρούσεις. Χώρες όπως η Γαλλία, η Πολωνία, η Αυστρία και η Ιρλανδία καταψήφισαν ή εξέφρασαν έντονη αντίθεση στο τελικό κείμενο, επικαλούμενες την ανάγκη ισχυρότερων εγγυήσεων προστασίας του αγροτικού τομέα.
Σε αυτό το σκηνικό, η Κομισιόν αναγκάστηκε να δεσμευθεί για πρόσθετη γεωργική χρηματοδότηση δισεκατομμυρίων ευρώ, καθώς και για μέτρα στήριξης των αγροτικών κοινοτήτων σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής των αγορών.
Παρά τις εντάσεις, η συμφωνία πέρασε με την απαιτούμενη πλειοψηφία και προχώρησε στην τελική υπογραφή. Πλέον τίθεται το ερώτημα τόσο για την επιτυχία της εφαρμογής της όσο και για τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις που θα ακολουθήσουν, όχι μόνο στους παραγωγούς, αλλά και στους καταναλωτές και στους μικρομεσαίους αγρότες που ανέκαθεν αντιμετώπιζαν δυσκολίες στη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεών τους.
Συμπέρασμα
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δεν είναι απλώς ένα διπλωματικό επίτευγμα. Είναι μια βαθιά δοκιμασία για τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης, μια πρόκληση για το γεωργικό μοντέλο της ΕΕ και μια πηγή έντονων κοινωνικών συγκρούσεων. Και ενώ οι ευρωπαϊκές ηγεσίες μιλούν για «νέες αγορές» και «ευκαιρίες ανάπτυξης», η πραγματικότητα στην ελληνική ύπαιθρο δείχνει ότι οι αγρότες δεν αισθάνονται ούτε προστατευμένοι ούτε κερδισμένοι.
Η συμφωνία αυτή, όπως κάθε μεγάλο εμπορικό άνοιγμα, έχει νικητές και ηττημένους. Και το στοίχημα για την Ελλάδα και την Ευρώπη είναι να διασφαλιστούν οι παραγωγοί που παράγουν ποιότητα, βιώσιμη παραγωγή και κοινωνική συνοχή, προτού να είναι πολύ αργά.
