Το σοβαρό τεχνικό πρόβλημα που καταγράφηκε στις πτήσεις και επηρέασε κρίσιμες λειτουργίες της εναέριας κυκλοφορίας αφήνει πίσω του περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντήσεις.
Παρότι, σε αυτή τη φάση, δεν θα ήταν ορθό να συνδεθεί ευθέως το περιστατικό με συγκεκριμένα γεωπολιτικά γεγονότα, η συγκυρία και μόνο επιβάλλει αυξημένη εγρήγορση και σοβαρό προβληματισμό.
Προς το παρόν, δεν θα συνδέσω το συμβάν με το περιστατικό νότια της Κρήτης, όπου πλοίο του λεγόμενου ρωσικού «σκιώδους στόλου» φέρεται να επλήγη από ουκρανικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος. Ωστόσο, το γεγονός αυτό αποτελεί σαφή υπενθύμιση ότι η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου βρίσκεται πλέον εντός ενός ευρύτερου πλαισίου ασύμμετρων και υβριδικών συγκρούσεων, στις οποίες τα όρια μεταξύ στρατιωτικού και πολιτικού πεδίου γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα.
Τα τελευταία χρόνια, οι υβριδικές απειλές έχουν αναδειχθεί σε βασικό εργαλείο άσκησης πίεσης στο διεθνές σύστημα. Κυβερνοεπιθέσεις, παρεμβάσεις σε ενεργειακά και μεταφορικά δίκτυα, δολιοφθορές σε κρίσιμες υποδομές και επιθέσεις χαμηλής έντασης συνθέτουν ένα νέο περιβάλλον ασφάλειας. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε τεχνικό συμβάν που πλήττει νευραλγικούς τομείς, όπως οι αερομεταφορές, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια «ατυχής βλάβη», χωρίς εξονυχιστική διερεύνηση.
Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι, μέχρι στιγμής, η ακριβής αιτία του προβλήματος δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Η αιφνίδια απώλεια επικοινωνιών και συχνοτήτων, καθώς και η εξίσου αιφνίδια αποκατάστασή τους, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για το αν πρόκειται για καθαρά τεχνική αστοχία ή για αποτέλεσμα δόλιας φθοράς ή hacking. Χωρίς αποδείξεις, κανένα σενάριο δεν μπορεί, ούτε πρέπει, να υιοθετηθεί ως δεδομένο. Όμως, το να αποκλείονται εκ των προτέρων τέτοιες πιθανότητες θα συνιστούσε πολιτική και θεσμική αφέλεια.
Ιδιαίτερα μετά το δυστύχημα των Τεμπών, οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει για παρωχημένα συστήματα, ελλείψεις στον εκσυγχρονισμό και χρόνια αδράνεια στη διαχείριση κρίσιμων υποδομών. Αν αυτές οι προειδοποιήσεις αγνοήθηκαν, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό.
Σε κάθε περίπτωση, η ουσία δεν βρίσκεται στη δημιουργία σεναρίων φόβου, αλλά στην ανάληψη ευθύνης. Πρόληψη, διαφάνεια στη διερεύνηση των αιτιών και ουσιαστικός εκσυγχρονισμός των υποδομών αποτελούν τα μόνα αξιόπιστα αντίβαρα απέναντι τόσο στις πραγματικές αστοχίες όσο και στις πιθανές υβριδικές επιθέσεις. Σε έναν κόσμο όπου το hacking και η δολιοφθορά αποτελούν εργαλεία ισχύος, η αδράνεια είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος.
Πριν από μερικούς μήνες, ένα εκτεταμένο μπλακ άουτ στην Ιβηρική Χερσόνησο, σε Ισπανία και Πορτογαλία, αλλά και τμήμα της νότιας Γαλλίας, επηρέασε βαθιά τις υποδομές μεταφορών και τις καθημερινές λειτουργίες, φέρνοντας στο προσκήνιο ζητήματα ασφάλειας και ευστάθειας κρίσιμων δικτύων.
Τον Απριλίου του 2025, μεγάλο μέρος των δύο χωρών βυθίστηκε στο σκοτάδι, με εκατομμύρια πολίτες να μένουν χωρίς ρεύμα, τηλεπικοινωνίες και πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, ακινητοποιήθηκαν μετρό, τρένα και αεροδρόμια, ενώ εκατοντάδες πτήσεις ακυρώθηκαν και υπήρξαν σημαντικές καθυστερήσεις σε δρομολόγια, με το χάος να επεκτείνεται σε αεροδρόμια όπως της Μαδρίτης και της Λισαβόνας και σε μεγάλα σιδηροδρομικά δίκτυα.
Οι αρχές έσπευσαν να αποκαταστήσουν την ηλεκτροδότηση, με πιθανή πλήρη επαναφορά μέσα σε 6-10 ώρες, αλλά το αίτιο του μπλακ άουτ παραμένει υπό διερεύνηση. Τι σύμπτωση, και στην χώρα μας, όπως έπεσε, έτσι και επανήλθε.
Η ισπανική κυβέρνηση απέκλεισε μέχρι στιγμής την πιθανότητα κυβερνοεπίθεσης, ενώ οι υπεύθυνοι της πορτογαλικής πλευράς και ευρωπαϊκοί φορείς τόνισαν ότι δεν υπάρχουν προς το παρόν ενδείξεις για δολιοφθορά, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο σπάνιων τεχνικών ή συστημικών παραγόντων. Παρά τις φημολογίες και τα σενάρια που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι επίσημες ανακοινώσεις υπογραμμίζουν ότι η αιτία πρέπει να διερευνηθεί με προσήλωση στην τεχνική ανάλυση και όχι σε πρόωρες υποθέσεις περί hacking, ειδικά σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας όπου τέτοιου είδους περιστατικά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Ακόμη κι αν αποδειχθεί, τόσο στη χώρα μας όσο και στην περίπτωση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, ότι τα συγκεκριμένα περιστατικά οφείλονται σε δολιοφθορά ή σε οργανωμένη κυβερνοεπίθεση, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει πολιτικό:
- Ποια κυβέρνηση θα αναλάβει το κόστος να το παραδεχτεί δημόσια;
- Μια τέτοια παραδοχή ισοδυναμεί, στην πράξη, με ομολογία αδυναμίας των μηχανισμών ελέγχου και ασφάλειας, αλλά και έκθεσης κρίσιμων εθνικών υποδομών σε εξωτερικές παρεμβάσεις.
Σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής έντασης, όπου τα κράτη επιδιώκουν να προβάλλουν εικόνα σταθερότητας και επιχειρησιακής επάρκειας, η αποδοχή ότι ενεργειακά, τηλεπικοινωνιακά ή αεροναυτιλιακά συστήματα μπορούν να παραλύσουν από υβριδικές επιθέσεις συνιστά σοβαρό πλήγμα στο κύρος και την αξιοπιστία τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι, σε αντίστοιχες περιπτώσεις διεθνώς, οι επίσημες ανακοινώσεις κινούνται αρχικά στη σφαίρα της «τεχνικής δυσλειτουργίας», αφήνοντας ανοιχτά τα αίτια και αποφεύγοντας σαφείς χαρακτηρισμούς.
Ωστόσο, η συστηματική αποσιώπηση ή η καθυστέρηση στην πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας ενδέχεται να αποδειχθεί εξίσου επικίνδυνη, καθώς υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών και αναδεικνύει την ανάγκη ουσιαστικής θωράκισης των κρίσιμων υποδομών απέναντι σε σύγχρονες, ασύμμετρες απειλές.
Ακολουθήστε μας και στο Google news
