Οι ΗΠΑ και το Ιράν ξεκινούν ειρηνευτικές συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ με βασικά «αγκάθια» τις κυρώσεις, τον Λίβανο και τα Στενά του Ορμούζ.
Σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τη Μέση Ανατολή, Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν ξεκίνησαν σήμερα υψηλού επιπέδου συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν, με στόχο την αποκλιμάκωση μιας σύγκρουσης που διαρκεί ήδη έξι εβδομάδες και έχει προκαλέσει σοβαρές γεωπολιτικές και οικονομικές αναταράξεις.
Οι διαπραγματεύσεις, που αποτελούν την πιο σημαντική απευθείας επαφή των δύο χωρών από το 1979, διεξάγονται υπό τη διαμεσολάβηση του Πακιστάν και σε κλίμα έντονης καχυποψίας. Επικεφαλής των αποστολών είναι ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, ενώ συμμετέχουν κορυφαίοι αξιωματούχοι και από τις δύο πλευρές.
Παρά την έναρξη των συνομιλιών, οι προσδοκίες παραμένουν χαμηλές. Η Τεχεράνη θέτει ως βασικές προϋποθέσεις την άρση των οικονομικών κυρώσεων και την άμεση κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο, όπου οι συγκρούσεις με τη Χεζμπολάχ έχουν προκαλέσει χιλιάδες θύματα.
Από την πλευρά της, η Ουάσιγκτον πιέζει για περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και τερματισμό της στήριξης σε ένοπλες οργανώσεις στην περιοχή. Οι διαφωνίες αυτές αναδεικνύουν το βαθύ χάσμα που εξακολουθεί να χωρίζει τις δύο πλευρές.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από τη συνεχιζόμενη ένταση στα Στενά του Ορμούζ, όπου η ιρανική πλευρά διατηρεί περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα, προκαλώντας σημαντικές διαταραχές στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει προειδοποιήσει ότι σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών δεν αποκλείεται νέα στρατιωτική κλιμάκωση, αυξάνοντας την πίεση προς την Τεχεράνη αλλά και το διακύβευμα των διαπραγματεύσεων.
Αναλυτές χαρακτηρίζουν τις συνομιλίες ως «καθοριστική στιγμή», με το Πακιστάν να επιχειρεί να διαδραματίσει ρόλο-κλειδί ως μεσολαβητής. Ωστόσο, η έλλειψη εμπιστοσύνης και οι αντικρουόμενες απαιτήσεις αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο αδιεξόδου ή ακόμη και νέας κλιμάκωσης στην περιοχή.

