Οι ευρωβουλευτές ασκούν έντονη πίεση στα σχέδια της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της ΕΕ, καθώς υιοθέτησαν διαπραγματευτική θέση που αποκλίνει σε αρκετά σημεία από την πρόταση της Κομισιόν.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ για την περίοδο από το 2027 και μετά, όπου διαμορφώνονται οι βασικές πολιτικές και οικονομικές προτεραιότητες της Ένωσης. Η ευρωπαϊκή επιροπή επιδιώκει σαφή μετατόπιση πόρων προς την άμυνα και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, θεωρώντας ότι η ΕΕ πρέπει να προσαρμοστεί σε ένα πιο ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.
Ωστόσο, το ευρωκοινοβούλιο αντιδρά σε αρκετές από τις προτεινόμενες αλλαγές, ζητώντας πιο ισορροπημένη προσέγγιση μεταξύ «νέων» και «παραδοσιακών» πολιτικών. Παρότι υπάρχει γενική συναίνεση για την ανάγκη αύξησης του προϋπολογισμού, ακόμη και κοντά στα 2 τρισεκατομμύρια ευρώ, η πολιτική σύγκρουση αφορά κυρίως το πώς θα κατανεμηθούν οι πόροι και από πού θα προέλθει η χρηματοδότηση.
Οι ευρωβουλευτές επιμένουν ότι η γεωργική πολιτική και η περιφερειακή ανάπτυξη δεν πρέπει να υποβαθμιστούν, παρά τις πιέσεις για ενίσχυση τομέων όπως η άμυνα και η τεχνολογική ανταγωνιστικότητα. Η Κομισιόν είχε προτείνει αναδιάρθρωση κονδυλίων και συγχώνευση προγραμμάτων σε ένα ενιαίο ταμείο, ωστόσο το Κοινοβούλιο αντιδρά, ζητώντας διατήρηση ξεχωριστών γραμμών χρηματοδότησης.
Ιδιαίτερη ένταση προκαλεί και το ζήτημα των ίδιων πόρων της ΕΕ, δηλαδή των νέων ευρωπαϊκών φορολογικών εργαλείων. Το Κοινοβούλιο προτείνει διεύρυνση της φορολογικής βάσης, συμπεριλαμβάνοντας ψηφιακές πλατφόρμες και μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες όπως η Amazon και η Google, καθώς και εταιρείες κρυπτονομισμάτων και διαδικτυακού τζόγου. Η ιδέα αυτή θα μπορούσε να μετακυλίσει μέρος του δημοσιονομικού βάρους σε διεθνείς επιχειρήσεις, αλλά θεωρείται πολιτικά δύσκολη, ειδικά λόγω πιθανών αντιδράσεων από τις ΗΠΑ και τον πρόεδρο Ντόναλτ Τραμπ.
Παράλληλα, κράτη μέλη όπως η Γαλλία και η Ιταλία εμφανίζονται επιφυλακτικά λόγω των δημοσιονομικών πιέσεων, ενώ ο Γερμανός καγκελάριος έχει ταχθεί κατά της αύξησης των συνολικών συνεισφορών στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, προτείνοντας αντίθετα ανακατανομή των υπαρχόντων πόρων.
Η τελική συμφωνία για τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό θα κριθεί σε δύσκολες διαπραγματεύσεις μεταξύ Επιτροπής, Κοινοβουλίου και κρατών-μελών, με το βασικό ερώτημα να παραμένει ανοιχτό,περισσότερη ενοποίηση και νέοι ευρωπαϊκοί φόροι ή διατήρηση των παραδοσιακών πολιτικών και εθνικού ελέγχου στις δαπάνες.

