Κάλεσμα προς τους μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους των Ηνωμένων Πολιτειών να αναλάβουν ρόλο-κλειδί στην αναβίωση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας απηύθυνε ο Ντόναλντ Τραμπ, σε συνάντηση που είχε την Παρασκευή στον Λευκό Οίκο με κορυφαία στελέχη του κλάδου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι επιδιώκει επενδύσεις ύψους έως και 100 δισ. δολαρίων, με στόχο την εκτόξευση της παραγωγής αργού σε επίπεδα-ρεκόρ.
Το πετρέλαιο έχει τεθεί στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής για τη Βενεζουέλα, μετά τη σύλληψη του προέδρου της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, από αμερικανικές δυνάμεις σε επιχείρηση στο Καράκας στις αρχές Ιανουαρίου. «Οι αμερικανικές εταιρείες θα έχουν την ευκαιρία να ανοικοδομήσουν τη σάπια ενεργειακή υποδομή της Βενεζουέλας και να αυξήσουν την παραγωγή σε επίπεδα που δεν έχουν υπάρξει ποτέ», ανέφερε ο Τραμπ, ανοίγοντας τη συζήτηση.
Στη συνάντηση συμμετείχαν ανώτατα στελέχη των Exxon Mobil, ConocoPhillips, Chevron, καθώς και άλλων μεγάλων και μικρότερων ενεργειακών παικτών. Ο Τραμπ ξεκαθάρισε ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα έχει καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των εταιρειών που θα δραστηριοποιηθούν στη χώρα.
Ο πρόεδρος επαίνεσε, παράλληλα, τη συμφωνία με τη μεταβατική ηγεσία της Βενεζουέλας για την προμήθεια 50 εκατ. βαρελιών αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι πολλά αμερικανικά διυλιστήρια είναι ειδικά προσαρμοσμένα για τη συγκεκριμένη ποιότητα. Όπως είπε, οι παραδόσεις αυτές αναμένεται να συνεχιστούν επ’ αόριστον, συμβάλλοντας, κατά τον ίδιο, στη διατήρηση χαμηλών τιμών ενέργειας για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ εντείνουν την επιβολή του εμπάργκο, με τις αμερικανικές αρχές να προχωρούν σε νέες κατασχέσεις βενεζουελάνικων πετρελαιοφόρων στη θάλασσα. Η πέμπτη κατά σειρά κατάσχεση ανακοινώθηκε την Παρασκευή. Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να ελέγχει επ’ αόριστον τις πωλήσεις και τα έσοδα από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, ώστε να περιοριστούν η διαφθορά και το εμπόριο ναρκωτικών και να διασφαλιστεί ότι η χώρα θα ευθυγραμμιστεί με τα αμερικανικά συμφέροντα.
Η προσέγγιση αυτή έχει προκαλέσει αντιδράσεις. Δημοκρατικοί νομοθέτες κάνουν λόγο για πολιτικό και οικονομικό εκβιασμό, ενώ αναλυτές του κλάδου προειδοποιούν ότι η πολιτική αστάθεια παραμένει υψηλή, καθώς η Βενεζουέλα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη διεθνή κατακραυγή για τη σύλληψη του Μαδούρο και στις πιέσεις από την Ουάσιγκτον.
Δισταγμοί των μεγάλων παικτών
Παρότι εταιρείες όπως η Chevron, η Vitol και η Trafigura διεκδικούν άδειες για την εμπορία του υφιστάμενου βενεζουελάνικου αργού, οι μεγάλοι πετρελαϊκοί όμιλοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις, επικαλούμενοι το υψηλό κόστος και το πολιτικό ρίσκο. Ο διευθύνων σύμβουλος της Exxon, Ντάρεν Γουντς, χαρακτήρισε τη Βενεζουέλα «μη επενδυτική» στην παρούσα φάση, τονίζοντας ότι απαιτούνται βαθιές και αξιόπιστες αλλαγές για να εξεταστεί ενδεχόμενη επιστροφή.
Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Exxon έχουν κατασχεθεί δύο φορές στο παρελθόν, μετά την εθνικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας, γεγονός που καθιστά κάθε νέα προσπάθεια ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη. Exxon και ConocoPhillips είχαν αποχωρήσει από τη χώρα πριν από περίπου δύο δεκαετίες.
Αντίθετα, η Chevron –η μοναδική αμερικανική πετρελαϊκή εταιρεία που εξακολουθεί να δραστηριοποιείται στη Βενεζουέλα– εμφανίζεται πιο θετική. Στελέχη της δήλωσαν ότι ο όμιλος παραμένει δεσμευμένος σε επενδύσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστούν οι κατάλληλες συνθήκες.
Εγγυήσεις και χρηματοδότηση
Ο Τραμπ υποσχέθηκε ότι οι ΗΠΑ θα παράσχουν φυσική και οικονομική ασφάλεια στις εταιρείες που θα επενδύσουν, χωρίς ωστόσο να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο χρήσης της αμερικανικής Τράπεζας Εξαγωγών-Εισαγωγών για τη χρηματοδότηση μεγάλων ενεργειακών έργων, κίνηση που θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά το επενδυτικό ρίσκο.
Παρά τα τεράστια αποθέματά της –τα μεγαλύτερα παγκοσμίως– η Βενεζουέλα, μέλος του ΟΠΕΚ, παράγει σήμερα μόλις περίπου το 1% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, αποτέλεσμα δεκαετιών υποεπένδυσης και κακοδιαχείρισης. Τη δεκαετία του 1970, η ημερήσια παραγωγή έφτανε τα 3,5 εκατ. βαρέλια, υπερτριπλάσια των σημερινών επιπέδων.
Ο Τραμπ εμφανίστηκε βέβαιος ότι το μοντέλο που προτείνει μπορεί να αποδώσει. «Πρέπει να τους πείσουμε να επενδύσουν, να πάρουμε γρήγορα τα χρήματά τους πίσω και μετά να μοιραστούν τα οφέλη η Βενεζουέλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι εταιρείες», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι «η φόρμουλα είναι απλή».
