Με ισχυρό εξαγωγικό αποτύπωμα ξεκίνησε το 2026 για το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα, το οποίο κατέγραψε εντυπωσιακή άνοδο στις καθαρές εξαγωγές ρεύματος ήδη από τον Ιανουάριο.
Όπως και στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα, έτσι και στο σύνολο του Ιανουαρίου, η Ελλάδα λειτούργησε σχεδόν συνεχώς ως «καθαρά» εξαγωγική αγορά, επί 24ώρου βάσεως.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ψηφιακού εργαλείου της ΡΑΑΕΥ για το ενεργειακό ισοζύγιο, που βασίζονται στην επίλυση της Διαδικασίας Ενοποιημένου Προγραμματισμού (ISP), ο Ιανουάριος έκλεισε με καθαρές εξαγωγές 1.257 GWh. Πρόκειται για ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο μισό (48%) του συνόλου των καθαρών εξαγωγών που είχε καταγράψει η χώρα σε ολόκληρο το 2025 (2.608 GWh), γεγονός που αποτυπώνει τη δυναμική εκκίνηση του νέου έτους.
Η επίδοση αυτή κατατάσσει την Ελλάδα στην 4η θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον Ιανουάριο. Μπροστά βρίσκονται η Γαλλία με 6.334 GWh καθαρών εξαγωγών, η Σουηδία με 3.128 GWh και η Ολλανδία με 2.106 GWh. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Ελλάδα ξεπέρασε τη Γερμανία, η οποία κατέγραψε καθαρές εξαγωγές 989 GWh. Παράλληλα, από τις 3 Ιανουαρίου και μετά, το ελληνικό σύστημα παρέμεινε αδιάλειπτα εξαγωγικό – τάση που συνεχίζεται και εντός Φεβρουαρίου.
Οι παράγοντες πίσω από την εξαγωγική έκρηξη
Στελέχη της αγοράς αποδίδουν την εικόνα αυτή σε έναν συνδυασμό συγκυριακών αλλά και δομικών παραγόντων. Κεντρικό ρόλο διαδραμάτισε το μεγάλο χαρτοφυλάκιο μονάδων που εντάσσονται στην Αγορά Επόμενης Ημέρας (DAM) με προτεραιότητα εκτέλεσης και αποδοχή τιμής. Η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα συνέβαλε στη συγκράτηση των χονδρεμπορικών τιμών στην Ελλάδα σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τις γειτονικές αγορές, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών.
Καθοριστική ήταν η συμβολή των υδροηλεκτρικών μονάδων. Οι έντονες βροχοπτώσεις οδήγησαν σε υψηλά επίπεδα πληρότητας πολλούς ταμιευτήρες, καθιστώντας αναγκαία την υποχρεωτική λειτουργία των μονάδων για την αποφυγή υπερχειλίσεων. Έτσι, σημαντικές ποσότητες υδροηλεκτρικής ενέργειας παρήχθησαν σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου. Δεν είναι τυχαίο ότι τα υδροηλεκτρικά κάλυψαν περίπου το 12% της συνολικής ηλεκτροπαραγωγής τον Ιανουάριο.
Στο ίδιο καθεστώς προτεραιότητας εντάχθηκαν και οι λιγνιτικές μονάδες που τροφοδοτούν τις τηλεθερμάνσεις στη Δυτική Μακεδονία, καθώς και η νέα μονάδα φυσικού αερίου ισχύος 877 MW στην Κομοτηνή, των Motor Oil και ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η οποία βρίσκεται σε δοκιμαστική λειτουργία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, υπήρξαν ημέρες όπου πάνω από το 50% του ηλεκτροπαραγωγικού δυναμικού εντάχθηκε στην DAM με προτεραιότητα εκτέλεσης.
Ισχυρή παρουσία των ΑΠΕ και περιφερειακές ανισορροπίες
Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει πλέον ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, το οποίο σε ευνοϊκές καιρικές συνθήκες μπορεί να καλύψει μεγάλο μέρος της ζήτησης, ασκώντας καθοδική πίεση στις τιμές. Τον Ιανουάριο, οι καλές ανεμολογικές συνθήκες εκτόξευσαν το μερίδιο των ΑΠΕ στο 42% της ηλεκτροπαραγωγής.
Αν και η υψηλή «πράσινη» παραγωγή εξαρτάται από τον καιρό, αποτελεί πλέον αποτέλεσμα μιας δομικής αλλαγής: της συσσώρευσης κρίσιμης μάζας επενδύσεων σε ΑΠΕ τα τελευταία χρόνια, που επιτρέπει στο σύστημα να αξιοποιεί στο έπακρο τις ευνοϊκές συνθήκες.
Την ίδια στιγμή, χώρες των Βαλκανίων –όπως η Βουλγαρία και η Βόρεια Μακεδονία– αντιμετωπίζουν έλλειμμα παραγωγής ήδη από το καλοκαίρι του 2024. Το πρόβλημα συνδέεται με την απόσυρση παλαιών ανθρακικών μονάδων, χωρίς να έχουν προχωρήσει βιώσιμες επενδύσεις αναβάθμισης, ακόμη και σε χώρες εκτός ΕΕ. Το έλλειμμα αυτό εντείνεται σε περιόδους αυξημένης ζήτησης, όπως τον Ιανουάριο με τις χαμηλές θερμοκρασίες, οδηγώντας σε αυξημένες εισαγωγές. Επιπλέον πίεση στην περιφερειακή αγορά άσκησε και η Ουκρανία, η οποία καλύπτει επίσης τις ανάγκες της με εισαγωγές.
Εξαίρεση αποτέλεσε η Αλβανία, η οποία χάρη στην ενίσχυση των υδροηλεκτρικών της αποθεμάτων κατέγραψε επίσης καθαρά εξαγωγικό ισοζύγιο τον Ιανουάριο του 2026.
Τιμές και ανταγωνιστικότητα
Η εξαγωγική εικόνα αντανακλάται και στις χονδρεμπορικές τιμές. Η ελληνική αγορά έκλεισε τον Ιανουάριο στα 108,67 ευρώ/MWh, χαμηλότερα από τις αντίστοιχες τιμές στη Βουλγαρία (148,55 ευρώ/MWh), τη Βόρεια Μακεδονία (122,55 ευρώ/MWh) και τη Ρουμανία (150,51 ευρώ/MWh), ενώ μόνο η Αλβανία κινήθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο, στα 93,54 ευρώ/MWh.
Το μείγμα αυτό καθιστά την Ελλάδα έναν ολοένα και πιο κρίσιμο παίκτη στον ενεργειακό χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με τον Ιανουάριο του 2026 να λειτουργεί ως ισχυρό προοίμιο για τη συνέχεια του έτους.

