Η γερμανική κυβέρνηση προχωρά σε σημαντική μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής στήριξης για όσους αναζητούν εργασία, μετατρέποντας το λεγόμενο «εισόδημα πολίτη» σε ένα νέο σύστημα βασικής εισοδηματικής ενίσχυσης.
Στόχος της αλλαγής είναι να καταστούν τα επιδόματα πιο δίκαια και αποτελεσματικά, δίνοντας έμφαση τόσο στην υποστήριξη των δικαιούχων όσο και στις υποχρεώσεις τους απέναντι στην αγορά εργασίας. Όσοι είναι ικανοί να εργαστούν θα πρέπει στο μέλλον να εντάσσονται πιο γρήγορα σε θέσεις εργασίας, ενώ όσοι αρνούνται να συνεργαστούν με τις αρμόδιες υπηρεσίες θα αντιμετωπίζουν αυστηρότερες κυρώσεις.
Η μεταρρύθμιση εγκρίθηκε από τη γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή και προβλέπει τροποποιήσεις στο Δεύτερο Βιβλίο του Κοινωνικού Κώδικα (SGB II), ενώ είχε ήδη λάβει το «πράσινο φως» από το Υπουργικό Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2025. Μεταξύ των βασικών αλλαγών είναι η επαναφορά της αρχής της προτεραιότητας στην άμεση εύρεση εργασίας. Δηλαδή, πρώτα θα εξετάζεται εάν ο άνεργος μπορεί να βρει άμεσα δουλειά και, αν αυτό δεν είναι εφικτό, θα προτείνονται προγράμματα κατάρτισης ή επαγγελματικής εκπαίδευσης, ιδιαίτερα για άτομα κάτω των 30 ετών.
Παράλληλα, οι δικαιούχοι που είναι σε θέση να εργαστούν θα πρέπει να αξιοποιούν τις δυνατότητές τους στον μέγιστο βαθμό ώστε να μειώνεται ή να μην απαιτείται κρατική στήριξη. Ειδικά οι άγαμοι θα πρέπει, εφόσον είναι εφικτό, να εργάζονται με πλήρη απασχόληση. Για τους γονείς που φροντίζουν μικρά παιδιά προβλέπεται ότι θα μπορούν να συμμετέχουν σε προγράμματα ένταξης στην εργασία όταν το παιδί συμπληρώσει τους 14 μήνες, αντί για την ηλικία των τριών ετών που ισχύει σήμερα.
Το νέο σύστημα προβλέπει επίσης πιο στοχευμένη υποστήριξη για άτομα με προβλήματα υγείας, καθώς και ενισχυμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες για νέους που βρίσκονται σε δύσκολες κοινωνικές ή προσωπικές συνθήκες. Τα κέντρα εύρεσης εργασίας θα προσφέρουν εξατομικευμένα σχέδια συνεργασίας με προτάσεις για εργασία, κατάρτιση ή υποστήριξη.
Ωστόσο, οι κυρώσεις για όσους δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους θα γίνουν αυστηρότερες. Εάν κάποιος εγκαταλείψει πρόγραμμα υποστήριξης ή δεν υποβάλει αίτηση για εργασία, το βασικό επίδομα μπορεί να μειωθεί έως και κατά 30% για διάστημα τριών μηνών. Σε περίπτωση απουσίας από ραντεβού με το κέντρο εύρεσης εργασίας, η πρώτη φορά δεν θα επιφέρει συνέπειες, όμως από τη δεύτερη απουσία θα επιβάλλεται μείωση επιδόματος κατά 30% για έναν μήνα. Εάν κάποιος χάσει τρία συνεχόμενα ραντεβού, υπάρχει ακόμη και η πιθανότητα πλήρους διακοπής των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων στέγασης.
Επιπλέον, αυστηροποιείται ο κανόνας για την άρνηση εργασίας, καθώς το επίδομα μπορεί να διακοπεί για διάστημα από έναν έως δύο μήνες. Παράλληλα, καταργείται η περίοδος αναμονής ενός έτους για την προστασία περιουσιακών στοιχείων, με το επιτρεπόμενο όριο να συνδέεται πλέον με την ηλικία του δικαιούχου. Τέλος, τα κέντρα εύρεσης εργασίας θα αποκτήσουν περισσότερα εργαλεία για την αντιμετώπιση της απάτης στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.
