Γράφει ο *Χριστόφορος Τριάντης
Η ομορφιά του κόσμου
(Μικρή ιστορία με βάση ένα τραγούδι, δημοσίευση 2017)
Το Σιράζ είναι η πατρίδα μου. Είναι ένα όμορφο μέρος της Περσίας γεμάτο μικρές λίμνες. Έχει καλοδιατηρημένα σπίτια με φροντισμένους κήπους, γεμάτους ρόδα, είναι τα περίφημα ρόδα του Σιράζ. Τα βράδια του Μαΐου η πόλη, απ’ άκρη σ’ άκρη, μυρίζει τριαντάφυλλο, η ευωδιά τους, απλώνεται σαν δροσερό αεράκι πέρα από τα βουνά, μέχρι την θάλασσα. Οι κάτοικοι της πόλης αγαπούσαν τη ζωή και αυτό το έδειχναν κάθε μέρα.
Σπούδαζα φιλοσοφία μαζί με άλλους νέους, κοντά στον φιλόσοφο Αρτιάρξη, ήταν ένας μεγάλος δάσκαλος. Κάθε δεύτερη μέρα της εβδομάδας, έπρεπε κοιτώντας τον ουρανό να γράφουμε ένα ποίημα. Ξέχασα να σας πω ότι η προσωνυμία του Σιράζ είναι «Η πόλη των ποιητών». Ο δάσκαλός μας, επαινούσε κάθε προσπάθεια και μας ενθάρρυνε να συνεχίζουμε το γράψιμο.
Μία νύχτα του Αυγούστου, που είχε πανσέληνο, ξεκίνησα να γράφω το ποίημά μου. Το προηγούμενο βράδυ είχα ονειρευτεί ότι αγκάλιαζα τη θάλασσα. Οι πρώτες λέξεις του ποιήματος βγήκαν αβίαστα
«Πώς να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου Ο ουρανός δικός μου η θάλασσα στα μέτρα μου».
Κατάλαβα ότι δεν έγραφα ένα απλό στιχούργημα, μα ένα τραγούδι. Σταμάτησα στους πρώτους τέσσερις στίχους και κοίταξα το φεγγάρι. Ο φιλόσοφος Αρτιάρξης με πλησίασε «Αριάνη τι έγραψες;»
«Να δάσκαλε αυτούς τους τέσσερεις στίχους».
«Πολύ ωραία. Μα μην ξεχνάς να συνεχίσεις το τραγούδι σου. Αύριο όταν αντικρίσεις τον ήλιο, περίμενε τον ήλιο του μεσημεριού».
Η μέρα ήρθε και ο ήλιος σκάλωσε πάνω από το Σιράζ. Τον κοίταξα κατάματα και προσπάθησα να γράψω. Η μητέρα μου ήρθε κοντά μου, φέρνοντας τσάι και σύκα, καθημερινή περσική ιεροτελεστία.
«Πόσο μου αρέσει ο καλοκαιρινός ήλιος, Αριάνη. Όταν ήσουν μωρό σε πήγαινα στον ναό και εκεί σε σήκωνα στα χέρια μου , σαν να σε προσέφερα θυσία στο φως του ήλιου».
« Αγαπημένη μου μάνα, τι έμπνευση μου ‘δωσες».
Συνέχισα τη δεύτερη στροφή. Σχεδόν την είχα ολοκληρώσει. Ήταν έτοιμη
«Πώς να με κάνουν να τον δω
τον ήλιο μ’ άλλα μάτια
Στα ηλιοσκαλοπάτια
Μ’ έμαθε η μάνα μου να ζω».
Ήμουν πολύ χαρούμενος που έδωσα νέα πνοή στο έργο μου.
Την άλλη μέρα, ήταν το έτος 637 μ.Χ., ήρθε το κακό. Πάνω σε άλογα και καμήλες, σκληροτράχηλοι καβαλάρηδες, φορώντας μαύρα τουρμπάνια και κρατώντας πράσινες σημαίες, κατέλαβαν την πόλη. Οι Άραβες υπέταξαν όλη την Περσία. Οι εισβολείς «κουβαλούσαν» μαζί τους τον ιερό πόλεμο. Αμέσως έκαψαν τους ναούς του Αχούρα Μάζντα και ποδοπάτησαν τους κήπους με τα τριαντάφυλλα. Στη σχολή σκότωσαν τον δάσκαλο κι άλλους ιερουργούς της τέχνης. Τις όμορφες λίμνες τις κατάντησαν βούρκους. Μόλις είδα όλη αυτή την καταστροφή, δεν έκανα τίποτα άλλο παρά να ολοκληρώσω το ποίημα–τραγούδι μου. Ήταν σαν ένας επικήδειος ύμνος στην ελευθερία που χάνεται, αλλά κατά κάποιο τρόπο μένει ζωντανή μέσα μας, για πάντα.
«Στου βούρκου μέσα τα νερά ποια γλώσσα μου μιλάνε αυτοί που μου ζητάνε να χαμηλώσω τα φτερά»
Περσέπολη
