Το 2025, περίπου 21,8 εκατομμύρια άνθρωποι με μεταναστευτικό υπόβαθρο ζουν στη Γερμανία, αντιπροσωπεύοντας το 26,3% του συνολικού πληθυσμού, σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία της Destatis.
Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή ανοδική τάση των τελευταίων ετών. Ως άτομα με μεταναστευτικό υπόβαθρο καταγράφονται τόσο όσοι μετανάστευσαν οι ίδιοι στη χώρα από το 1950 και μετά, όσο και οι απόγονοί τους.
Από το σύνολο, περίπου 16,4 εκατομμύρια είναι οι ίδιοι μετανάστες, αριθμός αυξημένος κατά 1,7% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά με σαφώς πιο ήπιο ρυθμό σε σχέση με την περίοδο 2021–2024. Το 39% αυτών προέρχεται από πέντε χώρες: Πολωνία, Τουρκία, Ουκρανία, Ρωσία και Συρία. Παράλληλα, 5,4 εκατομμύρια άτομα, δηλαδή το 6,5% του πληθυσμού, είναι παιδιά δύο μεταναστών που γεννήθηκαν στη Γερμανία.
Συνολικά, ο πληθυσμός με μεταναστευτικό υπόβαθρο έχει αυξηθεί κατά 67% από το 2005, όταν ανερχόταν σε 13 εκατομμύρια. Η ενίσχυση αυτή έχει λειτουργήσει αντισταθμιστικά στη δημογραφική συρρίκνωση, καθώς χωρίς αυτήν, η μείωση του πληθυσμού θα ήταν σημαντικά μεγαλύτερη. Αντίθετα, ο πληθυσμός χωρίς μεταναστευτικό υπόβαθρο μειώθηκε το 2025 κατά σχεδόν 0,9%, φτάνοντας τα 56,8 εκατομμύρια.μ

Η ηλικιακή κατανομή αναδεικνύει μια σαφή διαφορά: οι πολίτες με μεταναστευτικό υπόβαθρο είναι αισθητά νεότεροι, με μέση ηλικία 38,2 έτη, έναντι 47,6 ετών για τον υπόλοιπο πληθυσμό. Πάνω από το ένα τρίτο των ατόμων ηλικίας 25 έως 34 ετών ανήκει σε αυτή την κατηγορία, ενώ στους άνω των 65 το ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 14%.
Σε επίπεδο εκπαίδευσης, οι νέοι μετανάστες εμφανίζουν σχεδόν αντίστοιχα ποσοστά πανεπιστημιακών τίτλων με τον γενικό πληθυσμό (33% έναντι 34%). Ωστόσο, καταγράφεται σημαντικό έλλειμμα στα επαγγελματικά προσόντα: το 36% των νέων μεταναστών δεν διαθέτει καμία επαγγελματική κατάρτιση και δεν συμμετέχει σε εκπαίδευση, ποσοστό υπερδιπλάσιο σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της ίδιας ηλικίας. Παράλληλα, μόλις το 27% έχει ολοκληρώσει επαγγελματική εκπαίδευση, έναντι 46% στον γενικό πληθυσμό, αναδεικνύοντας μια κρίσιμη πρόκληση για την αγορά εργασίας και την κοινωνική ενσωμάτωση.


