Η συζήτηση για την επαναφορά του λεγόμενου «tankrabatt» στη Γερμανία επιστρέφει δυναμικά, την ώρα που οι τιμές των καυσίμων κινούνται σε υψηλά επίπεδα λόγω της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, σύμφωνα με εκτιμήσεις και αναλύσεις που επικαλείται δημοσίευμα του n-tv στη Γερμανία, ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι ένα τέτοιο μέτρο θα είχε τεράστιο δημοσιονομικό κόστος, χωρίς να εξασφαλίζει ουσιαστική ανακούφιση για τους καταναλωτές.
Ο «tankrabatt», δηλαδή η προσωρινή μείωση της φορολογίας στα καύσιμα, εφαρμόστηκε ήδη το 2022 ως μέτρο στήριξης απέναντι στην ενεργειακή κρίση. Τότε, το κόστος για το γερμανικό κράτος ανήλθε σε περίπου 3,4 δισ. ευρώ, με τους οικονομολόγους να κάνουν λόγο για ένα εργαλείο «οριζόντιας επιδότησης» που ωφελεί δυσανάλογα τα υψηλότερα εισοδήματα.
Η βασική κριτική επικεντρώνεται στο γεγονός ότι τέτοιου τύπου παρεμβάσεις δεν είναι στοχευμένες. Όπως επισημαίνεται, σημαντικό μέρος της φορολογικής ελάφρυνσης είτε δεν μετακυλίεται πλήρως στους καταναλωτές είτε απορροφάται εν μέρει από τις εταιρείες καυσίμων. Παράλληλα, οι πιο εύποροι πολίτες, που καταναλώνουν περισσότερα καύσιμα, επωφελούνται αναλογικά περισσότερο, γεγονός που εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες.
Την ίδια στιγμή, η αύξηση των τιμών καυσίμων συνδέεται άμεσα με τις διεθνείς εξελίξεις και ιδιαίτερα με την κρίση στον Περσικό Κόλπο, η οποία έχει οδηγήσει σε άνοδο του πετρελαίου και, κατ’ επέκταση, των τιμών στα πρατήρια. Αυτό σημαίνει ότι η κρατική παρέμβαση μέσω φορολογικών μειώσεων δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες αιτίες του προβλήματος.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΟΟΣΑ εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι στην επανάληψη του μέτρου, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για μια δαπανηρή λύση με περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Αντίθετα, προκρίνεται η ανάγκη για πιο στοχευμένες πολιτικές ενίσχυσης, ιδιαίτερα προς τα νοικοκυριά που πλήττονται περισσότερο από την ακρίβεια.

