Γράφει η Δέσποινα Χιντζογλου-Αμασλιδου
Ο Ρωμαίος ύπατος Μάρκος Φούλβιος Νοβιλίωρ, αφού κατέλαβε την Αιτωλία, προχώρησε εναντίον της Κεφαλονιάς και την κατέλαβε το 187 π.Χ.. Η Σάμη σύντομα επαναστάτησε και ο Ρωμαίος ύπατος επί 4 μήνες πολιορκούσε τη πόλη… για να τη καταλάβει τελικά με πολιορκητικές μηχανές που έφερε από την ηπειρωτική Ελλάδα.
Η πόλη καταστράφηκε, πουλήθηκαν ως δούλοι οι κάτοικοί της κι οι Ρωμαίοι αποκόμισαν πλούσια λάφυρα, γεγονός που δείχνει την ακμή και την ευημερία της Σάμης. Η αρχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας στη Κεφαλονιά μόλις άρχιζε.
Το 495 μ.Χ., δηλαδή τα βυζαντινά χρόνια, η Κεφαλονιά ανήκει πλέον στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αρχικά αντιμετώπισε με επιτυχία πολλές επιθέσεις πειρατών από τα παράλια της Αφρικής παίζοντας σπουδαίο ρόλο στην άμυνα του Βυζαντίου. Η κάθοδος των Νορμανδών στη Μεσόγειο σήμανε την απαρχή πολλών περιπετειών για το νησί. Το 1084 ο Ροβέρτος Γισκάρδος, κύριος της Καλαβρίας και της Απουλίας στη Κάτω Ιταλία, νίκησε μεταξύ Κεφαλονιάς και Κέρκυρας τους ενωμένους στόλους Βενετών και Βυζαντινών. Πέθανε μέσα στο πλοίο του στις 17 Ιουνίου του 1085 όταν ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Πανόρμου- παραλία Αθέρα, αφήνοντας ως ανάμνηση το όνομά του στη μικρή πόλη, η οποία από τότε ονομάζεται Φισκάρδο.
Ο Νορμανδός Γισκάρδος
Οι Νορμανδοί («άνθρωποι του Βορρά») εισέβαλλαν πρώτα στη Γαλλία, στην οποία ενσωματώθηκαν (βλ. Νορμανδία) και μετά κατέβηκαν στη Νότια Ιταλία το 1015, την οποία άρχισαν να κατακτούν. Ο αρχηγός τους, ο Ροβέρτος Γισκάρδος, άρχισε σιγά-σιγά να απλώνεται και να εκτοπίζει τους Σαρακηνούς από τη Σικελία. Το Μπάρι έπεσε στα χέρια τους το 1071 και χάθηκε έτσι η τελευταία βυζαντινή πόλη στην Ιταλία. Με την Magna Graecia στα χέρια του, ο Ροβέρτος… άρχισε να ονειρεύεται και την Ανατολή.
Λίγα χρόνια πριν, ο Μιχαήλ Ζ’ ο Παραπινάκιος είχε ζητήσει την κόρη του Ροβέρτου, Ελένη, για τον γιο και διάδοχό του, ένα συνοικέσιο που θα έφερνε ειρήνη στην περιοχή. Όμως ο Μιχαήλ ανετράπη, στον θρόνο ανέβηκε ο Αλέξιος Κομνηνός, η δε πριγκιποπούλα, όπως κι ο έκπτωτος Μιχαήλ, κλείσθηκαν σε μοναστήρι. Καλύτερη αφορμή για επίθεση δε θα μπορούσε να έχει ο Γισκάρδος.
Ο στόλος του ξεκίνησε για το Δυρράχιο, ο δε Ροβέρτος με τον γιο του Βοημούνδο και τη γυναίκα του Γάιτα (γυναίκα θρύλο για τη γενναιότητα και το θάρρος της) θα νικήσουν τον βυζαντινό στρατό και τους επίλεκτους Βάραγγους, πολλοί Βυζαντινοί θα σκοτωθούν, ο Αλέξιος Κομνηνός θα τραυματιστεί, η δε Ιλλυρία και το Δυρράχιο θα πέσουν στα χέρια των Νορμανδών.
Ο Αλέξιος ανασυγκροτήθηκε, ήρθε σε συμφωνία με τους Βενετούς και τον βασιλέα Ερρίκο, μάζεψε χρήματα για τον στρατό (μάλιστα τα περισσότερα τα πήρε από τη δική του οικογένεια, τη μητέρα, τη γυναίκα και τον αδελφό του… για να μη φορολογήσει τον λαό του που δε θα το άντεχε), και τελικά αναχαίτισε τους Νορμανδούς στη Λάρισα το 1083 και τους αποδεκάτισε. Ο γιος του Γισκάρδου, ο Βοημούνδος, απογοητεύτηκε γύρισε στην Ιταλία, ο Ροβέρτος όμως συνέχισε νικηφόρα στην Ιταλία, καταλαμβάνοντας τη Ρώμη και παραδίδοντάς την στη σφαγή και τη λεηλασία. Μετά ξαναθυμήθηκε την Ελλάδα, επέστρεψε κι άρχισε τις ναυμαχίες εναντίον των Βενετών που λειτουργούσαν ως σύμμαχοι των Βυζαντινών.
Όμως ένας άλλος εχθρός θα μπει στη μέση και θα δώσει τη λύση. Είναι ο τύφος που θα χτυπήσει τους Νορμανδούς και τον ίδιο τον 67χρονο Ροβέρτο Γισκάρδο, που θα πεθάνει έχοντας δίπλα του την αγαπημένη του γυναίκα Γάιτα, σ’ ένα χωριό της Κεφαλονιάς που αργότερα θα ονομαστεί προς τιμήν του Φισκάρδο. Εάν ζούσε λίγους μήνες ακόμη, αυτός ο ηγέτης που κατάφερε να υποχωρήσουν μπροστά του οι αυτοκράτορες Ανατολής και Δύσης, ίσως θα πετύχαινε τον στόχο του και τότε ο Αλέξιος Κομνηνός θα ήταν ο τελευταίος βασιλιάς του Βυζαντίου.
Νορμανδοί, Ορσίνι, Βενετοί, Τούρκοι
Το 1103 η Κεφαλονιά λεηλατήθηκε από τον στόλο των Σταυροφόρων και τους Γενουάτες, το δε 1147 κατελήφθη από τον Ρογήρο Β’, βασιλιά των Νορμανδών. Το 1185 ο Γουλιέλμος Β’, απέσπασε την Κεφαλονιά, τη Ζάκυνθο και την Ιθάκη από τους Βυζαντινούς, παραχωρώντας τα στο ναύαρχό του Μαργαριτώνη, δημιουργώντας έτσι τη λεγόμενη κομητεία, Κεφαλονιάς, Ζακύνθου και Ιθάκης. Μετά ο Ματθαίος ή Μάγιο Ορσίνι αντικατέστησε τον Μαργαριτώνη και έτσι άρχισε η δυναστεία των Ορσίνι στο νησί.
Ύστερα το νησί υποτάσσεται στον Γοδεφρείδο Βιλεαρδουίνο, μετά ανεξαρτητοποιείται, κατόπιν παραδίδεται στον Κάρολο της Νάπολης και στη συνέχεια στον πρίγκιπα της ΑχαΪας Γοδεφρείδο Βιλεαρδουίνο. Ανεξαρτητοποιείται το 1288 και δίνει νέο όρκο υποτέλειας στον Κάρολο της Νάπολης, προμηνύοντας έτσι τη παρουσία της δυναστείας των Ανδεγαυών στη Κεφαλονιά. Εν τέλει το 1316 η κομητεία δίνει όρκο υποτέλειας στον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο, και σύντομα ο τελευταίος Ορσίνι αναγνωρίζει την κυριαρχία του Βυζαντινού αυτοκράτορα, παντρεύεται βυζαντινή, ασπάζεται την ορθόδοξη πίστη και μπαίνει στη δυναστεία των Αγγέλων Κομνηνών. Γύρω στα 1335 τερματίζεται η δυναστεία των Ορσίνι στη Κεφαλονιά.
Με ένα μεσοδιάστημα τουρκικής κυριαρχίας ακολουθεί για τρεις σχεδόν αιώνες η Βενετική κυριαρχία (1500-1797). Το 1537 γίνεται επιδρομή και λεηλασία στο νησί από τον τούρκο πειρατή (ελληνικής καταγωγής), Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, που μάλιστα παίρνει μαζί του χιλιάδες αιχμαλώτους. Ο Τουρκικός κίνδυνος έπαψε να υπάρχει οριστικά μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου, στην οποία συμμετείχαν και επτανησιακά πλοία. Λέγεται ότι η Κεφαλονιά όταν κατελήφθη από τους Βενετούς, ήταν ένα νησί έρημο με 1.400 μόλις κατοίκους.
Οι Βενετοί στήριξαν της εξουσία τους αποκλειστικά στους ευγενείς, των οποίων οι οικογένειες ήταν γραμμένες στη ”Χρυσή Βίβλο” (Libro d’ Oro). Αργότερα στη διάρκεια της βενετικής κυριαρχίας, οι Βενετοί αξιωματικοί εγκαθιστούν τη Γενική Διοίκηση στο κάστρο του Αγίου Γεωργίου και το ορίζουν ως πρωτεύουσα του νησιού. Όμως λίγο αργότερα και λόγω της γεωγραφικής θέσης του Αργοστολίου (αλλά και της σπουδαιότητας του λιμανιού του), μεταφέρουν εκεί τη πρωτεύουσα, το 1757.
Στις 11 Ιουλίου 1797 τα γαλλικά στρατεύματα, κήρυκες των αρχών της Γαλλικής επανάστασης, αποβιβάστηκαν στη Κεφαλονιά με το κόσμο να τους υποδέχεται με ενθουσιασμό και χαρά, αλλά και με πολύ ανησυχία, ιδίως εκ μέρους των ευγενών. Σχημάτισαν προσωρινή δημοκρατική κυβέρνηση, ο αρχιεπίσκοπος Ιωαννίκιος ευλόγησε το ” δέντρο της ελευθερίας” και έριξαν στις φλόγες τη ”Χρυσή Βίβλο”, τους τίτλους και τα προνόμια των ευγενών της Βενετοκρατίας.
Η γαλλική κατοχή διήρκησε είκοσι μήνες, καθώς οι στόλοι της Ρωσίας και της Τουρκίας έφτασαν στο Αργοστόλι στις 29 Οκτωβρίου 1798. Η δημιουργία της Ιόνιου Πολιτείας υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (21 Μαρτίου 1800) καθώς και η μετέπειτα εφαρμογή του λεγόμενου ”βυζαντινού πολιτεύματος”, το οποίο παραχωρούσε προνόμια μόνο σε όσους ήταν εγγεγραμμένοι στη Χρυσή Βίβλο, προκάλεσε εξεγέρσεις στη Κεφαλονιά.
Αλλεπάλληλες στάσεις σημειώθηκαν το 1800, το 1801 και το 1802, με πολλές λεηλασίες και πυρκαγιές, ενώ ένοπλοι χωρικοί κατέλαβαν την πρωτεύουσα. Το 1806 συντάχθηκε νέο σύνταγμα που τελικά δεν εφαρμόστηκε, γιατί τα Επτάνησα παραχωρήθηκαν στη Γαλλία από τον τσάρο. Η δεύτερη γαλλική κατοχή διήρκησε 3 χρόνια, γιατί το 1809 ο αγγλικός στόλος με απόβαση που πραγματοποίησε κατέλαβε: Κεφαλονιά, Ζάκυνθο και Κύθηρα.
ΑΓΓΛΟΚΡΑΤΙΑ
Σημαντικό ρόλο για τη μετέπειτα πορεία και ανάπτυξη του νησιού έπαιξαν οι Άγγλοι, που από το 1809 και μετά κυριάρχησαν στο νησί. Ο Φίλλιπος Ντε Μποσσέ, τότε διοικητής, κατασκεύασε δρόμους στο Αργοστόλι και τη Λειβαθό, αλλά και τη γνωστή γέφυρα του Δραπάνου. Κατασκευάστηκαν επίσης το Δικαστικό Μέγαρο Αργοστολίου, το Τελωνείο και το Φανάρι των Αγίων Θεοδώρων. Από το 1848 ιδίως και μετά, έχουμε τους αγώνες των Επτανησίων κατά της Αγγλικής κατοχής με πρωτεργάτες τους Ριζοσπάστες της Κεφαλονιάς, Γεράσιμο Λειβαδά, Ηλία Ζερβό-Ιακωβάτο και Ιωσήφ Μομφεράτο. Στις εκλογές του 1850 για την Ένατη Βουλή της Επτανήσου, εξελέγησαν στη Κεφαλονιά οι ριζοσπάστες Ηλίας Ζερβός, Ιωσήφ Μομφεράτος, Γεράσιμος Λειβαδάς, Ιωάννης Τυπάλδος – Καπελέτος, Δοτοράτος, Γεώργιος Τυπάλδος – Ιακωβάτος και Σταματέλος Πηλαρινός.
Το 1851 οι Άγγλοι εξορίζουν πάλι τον Μομφεράτο και το Ζερβό, επιβάλλοντας σκληρά μέτρα στους κατοίκους του νησιού. Όμως τελικά τίποτε δε στάθηκε εμπόδιο να πραγματοποιηθεί η πολυπόθητη Ένωση των Επτανήσων με την υπόλοιπη Ελλάδα τον Μάιο του 1864, που ήταν και το τέλος της αγγλικής προστασίας – κατοχής.
ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Από το 1940 έως το 1943 οι Ιταλοί, σαν σύμμαχοι των Γερμανών, βρέθηκαν κατακτητές της Κεφαλονιάς. Όμως το Σεπτέμβριο του 1943 διαδραματίστηκε στη Κεφαλονιά ένα από τα συγκλονιστικότερα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: η σφαγή δέκα χιλιάδων περίπου Ιταλών στρατιωτών της Μεραρχίας Acqui, από τους Γερμανούς. Εκείνη την περίοδο γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδισαν το Αργοστόλι και κοντινούς οικισμούς προκαλώντας δεκάδες θύματα στον άμαχο πληθυσμό.
Μεγάλες καταστροφές έγιναν επίσης σε πολλά κτήρια και αρχαιολογικούς χώρους. Η περίοδος της γερμανικής κατοχής, αν και πιο μικρή από την υπόλοιπη Ελλάδα, υπήρξε ιδιαίτερα επώδυνη για τους Κεφαλλονίτες, όπου δεκάδες πατριώτες αγωνιστές εκτελέστηκαν από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά ακολούθησε και ο αδελφοκτόνος εμφύλιος πόλεμος μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’40. Οι σεισμοί του 1953 κυριολεκτικά ισοπέδωσαν ό, τι είχε αφήσει πίσω του ανέπαφο ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Εμφύλιος.
Τα ¾ της Κεφαλονιάς είχαν καταστραφεί ολοσχερώς, οι νεκροί ήταν δεκάδες και οι τραυματίες ακόμα περισσότεροι. Η μετανάστευση και η φυγή προς τη ναυτιλία, ως διέξοδο στην ανεργία τα χρόνια που ακολούθησαν τον σεισμό του 1953, έφεραν όχι μόνο την πληθυσμιακή κατάρρευση και τον οικονομικό μαρασμό της Κεφαλονιάς, αλλά και την πολιτιστική και κοινωνική απραγία. Η δεκαετία του ’80 αποτελεί την περίοδο της αναστροφής στην ευρύτερη περιοχή του νομού.
Κατά την απογραφή του 1981 ο νομός Κεφαλληνίας έχει τη θλιβερή πρωτιά σε πληθυσμιακή μείωση σε όλη την Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, 20 χρόνια μετά, στην απογραφή του 2001, ο νομός Κεφαλληνίας βρέθηκε από τους πρώτους σε αύξηση πληθυσμού στην Ελλάδα. Μέχρι σήμερα συνεχίζει σταθερά τη δυναμική αναπτυξιακή του πορεία και αποτελεί μια από τις πιο δυναμικές τουριστικές περιοχές της χώρας μας.

