Γράφει ο *Θεόδωρος Νικολοβγένης, Απόστρατος Αξιωματικός, Υποψήφιος Διδάκτορας Γεωπολιτικής
Σε λίγες ώρες από τη στιγμή που γράφονται οι πιο κάτω γραμμές, συμπληρώνονται τα 200 χρόνια από ένα εκ των κορυφαίων γεγονότων της Ελληνικής Ιστορίας, την Έξοδο του Μεσολογγίου.
Δυστυχώς, διακόσια χρόνια μετά, η Έξοδος αποτελεί άλλο ένα ιστορικό γεγονός που δεν κατόρθωσε να γλιτώσει από τη λαίλαπα των εθνομηδενιστών που ταγμένοι στον στόχο να μας πείσουν ότι την Ελευθερία μας την οφείλουμε στους ξένους (Ναυαρίνο 1827) οι οποίοι αναγκάστηκαν να στηρίξουν την Ελλάδα, λόγω του κινήματος του Φιλελληνισμού που επικράτησε στην Ευρώπη κυρίως μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (10 Απρ 1826), έχουν κατακλύσει τα μέσα επικοινωνίας φορώντας τον μανδύα του «ακαδημαϊκού» και του «επιστήμονα».
Ο γράφων, θα χρησιμοποιήσει την ιδιότητά του ως Απόστρατος Αξιωματικός και θα επιχειρήσει να περιγράψει τον κρίσιμο ρόλο του Μεσολογγίου στην Εθνεγερσία χρησιμοποιώντας τα Στρατιωτικά Εγχειρίδια. Το έναυσμα για την μελέτη αυτή, αποτέλεσαν οι επανειλημμένες δημόσιες τοποθετήσεις του κ. Μελέτη Μελετόπουλου για το «Ψεύδος του Ναυαρίνου», αλλά και η ανάγκη η Ιερά Πόλις, να τοποθετηθεί στην Ελληνική Ιστορία όπως πραγματικά της αξίζει.
Η χρήση υβριδικής Λευκής και Γκρίζας προπαγάνδας
Αρχικά θα πρέπει να τονιστεί ότι με βάση τα στρατιωτικά εγχειρίδια, ο τύπος προπαγάνδας που χρησιμοποιούν οι συγκεκριμένοι «επιστήμονες» είναι ένα υβρίδιο Λευκής και Γκρίζας Προπαγάνδας, αφού χρησιμοποιούν υπαρκτά ιστορικά γεγονότα (Ναυμαχία Ναυαρίνου, Έξοδος του Μεσολογγίου, Κίνημα Φιλελληνισμού), άρα πρόκειται για αληθή στοιχεία και εμφανής αφήγηση (white propaganda), αλλά παράλληλα υπερτονίζεται ο ρόλος των ξένων και κάποιων εγκάθετών τους (Αλ. Μαυροκορδάτος) με ταυτόχρονη υποβάθμιση της Ελληνικής Στρατιωτικής Αντίστασης (ο Ιμπραήμ ισοπέδωνε την Επανάσταση), της μακροχρόνιας φθοράς της οθωμανικής ισχύος (Τριπολιτσά, Δερβενάκια, Χίος, Μεσολόγγι) και φυσικά τον ρόλο κορυφαίων προσωπικοτήτων (Σουλιώτες, Καραϊσκάκης), άρα πρόκειται για χρήση μερικής αλήθειας και στρατηγικών παραλήψεων προς αλλοίωση του αποτελέσματος (grey propaganda).
Μεσολόγγι: το κλειδί της Επανάστασης μέχρι τον Ά Εμφύλιο
Από τον Μάρτιο του 1821 μέχρι και τα τέλη του 1823, όπου με ασφάλεια μπορούμε να τοποθετήσουμε την έναρξη του Ά Εμφυλίου Πολέμου, η Επανάσταση είχε λάβει χαρακτήρα πανελλήνιας εξέγερσης, με ταυτόχρονες εστίες σε Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία, Κρήτη, Κύπρο και Αιγαίο, αλλά με Κύρια Θέατρα Επιχειρήσεων (core theaters of operations) το Μωριά και την Ρούμελη. Με λίγα λόγια η Επανάσταση πέτυχε μια εξαιρετικά σπάνια, για τα δεδομένα ενός insurgent movement, μετάβαση: από διάσπαρτη εξέγερση σε de facto εδαφικό έλεγχο (de facto territorial control) και συγκρότηση λειτουργικού θεάτρου επιχειρήσεων.
Η Απελευθέρωση της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του 1821 οδήγησε σε κατάρρευση του οθωμανικού Κέντρου Διοίκησης και Ελέγχου (Command & Control (C2) node) στην Πελοπόννησο, επιτρέποντας τη δημιουργία μιας Ασφαλούς Περιοχής (safe base area) και την εξάλειψη των βασικών εχθρικών θυλάκων. Παράλληλα, στη Στερεά Ελλάδα, επιχειρήσεις όπως αυτή στο Χάνι της Γραβιάς υπό τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και η δράση του Αθανασίου Διάκου διαμόρφωσαν Ζώνες Άρνησης Πρόσβασης(denial zones) σε κρίσιμα περάσματα, αναχαιτίζοντας την οθωμανική προβολή ισχύος προς τον νότο. Η αποτυχία των οθωμανικών δυνάμεων στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μαΐου 1821) και η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη στη Μάχη των Δερβενακίων (26 Ιουλίου 1822) συνιστούν δύο διαδοχικές επιχειρησιακές αποτυχίες στους κύριους άξονες προέλασης (operational failures σε primary axes of advance), τα οποία επέβαλαν αναγκαστική αναδιάταξη της οθωμανικής στρατηγικής στο ελλαδικό θέατρο επιχειρήσεων.
Στην πρώτη περίπτωση, ο Ομέρ Βρυώνης επιχείρησε διείσδυση μέσω Ανατολικής Στερεάς προς Βοιωτία–Αττική, επιδιώκοντας ταχεία επιχειρησιακή διείσδυση προς νότο(operational penetration) με τελικό αντικειμενικό σκοπό την απομόνωση της Πελοποννήσου. Η επιτυχής ελληνική επιχειρησιακή ανάσχεση (blocking action) υπό τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, αξιοποιώντας το έδαφος (terrain) ως πολλαπλασιαστή ισχύος (force multiplier), οδήγησε σε άρνηση ελέγχου καίριου εδάφους (denial of key terrain) και επέβαλε επιχειρησιακή απομείωση του επιχειρησιακού ρυθμού (operational pause) στις οθωμανικές δυνάμεις, ακυρώνοντας τον αρχικό σχεδιασμό ταχείας διείσδυσης.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε αποφασιστικά με τα Δερβενάκια, όπου η εκστρατευτική δύναμη του Δράμαλη υπέστη καταστροφική φθορά και απώλεια ικανότητας ελιγμών(catastrophic attrition και loss of maneuver capability), με αποτέλεσμα την πλήρη κατάρρευση του κεντρικού άξονα εισόδου προς την Πελοπόννησο. Σε όρους NATO, οι Οθωμανοί υπέστησαν πλήρη αποτυχία της κύριας προσπάθειας(failure of main effort) και απώλεια της επιχειρησιακής πρωτοβουλίας (operational initiative), γεγονός που τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν τους άμεσους άξονες διείσδυσης μέσω στενών περασμάτων υψηλού ρίσκου.
Κατόπιν τούτου, προχώρησαν σε αναπροσανατολισμό του σχεδιασμού της εκστρατείας(reorientation of campaign design), μετατοπίζοντας το βάρος επιχειρήσεων σε στους δευτερεύοντες άξονες (secondary axes), κυρίως μέσω της Δυτικής Στερεάς, με στόχο την παράκαμψη των ελληνικών ζωνών άρνησης πρόσβασης (denial zones) και την κατάληψη κρίσιμων κόμβων όπως το Μεσολόγγι. Η μετατόπιση αυτή αντανακλά μετάβαση από στρατηγική άμεσης διάρρηξης σε στρατηγική της έμμεσης προσέγγισης (indirect approach), επιβεβαιώνοντας ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις είχαν επιτύχει όχι απλώς τακτικές νίκες, αλλά αναγκαστική καθολική μεταβολή του οθωμανικού επιχειρησιακού σχεδιασμού (operational planning).
Σε ναυτικό επίπεδο, οι στόλοι της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών επέβαλαν θαλάσσια άρνηση πρόσβασης (sea denial) στο Αιγαίο μέσω ασύμμετρων τακτικών (fireships), αποτρέποντας μαζικές αποβατικές επιχειρήσεις και διατηρώντας κρίσιμες γραμμές επικοινωνίας και ανεφοδιασμού.
Παράλληλα, με την Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1822), η Επανάσταση πέρασε από το στάδιο της εξέγερσης σε μορφή proto-state δρώντος, αποκτώντας στοιχειώδη πολιτική νομιμοποίηση και διοικητική δομή, γεγονός που σημαίνει ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε απωλέσει την ικανότητα ελέγχου μεγάλου πληθυσμού και επικράτειας.
Μέχρι το 1823, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε αποτύχει να διεξάγει μια αποφασιστική εκστρατεία (decisive campaign) για την καταστολή της εξέγερσης, επιτρέποντας στους Έλληνες να εδραιώσουν στρατηγικό επιχειρησιακό βάθος (operational depth) με πυρήνα την Πελοπόννησο. Συνεπώς, η Επανάσταση δεν ήταν μια χαμένη υπόθεση εν αναμονή εξωτερικής σωτηρίας, αλλά μια ήδη επιτυχημένη πολεμική οντότητα. Η επακόλουθη κρίση δεν προήλθε από εχθρική υπεροχή, αλλά από την εσωτερική διάρρηξη της ενότητας και την κατάρρευση της ενότητας προσπάθειας (unity of effort).
Ο ρόλος του Μεσολογγίου μέχρι τον Ά Εμφύλιο είναι κύριος. Αν οι Οθωμανοί μετά τις καθολικές ήττες στο Μοριά από τον Κολοκοτρώνη, στην Αν. Στερεά από τον Ανδρούτσο και την απώλεια του ελέγχου του Αιγαίου από τους Κανάρη, Μιαούλη κλπ, κατόρθωναν να ολοκληρώσουν τον Αντικειμενικό τους Σκοπό (ΑΝΣΚ) που ήταν να διοχετεύσουν δυνάμεις στο Μοριά από την πλευρά των Πατρών, αλλάζοντας τους άξονες προελάσεως και μεταφέροντας την κύρια προσπάθεια στη Δυτική Στερεά, τότε θα τίθετο σε κίνδυνο η βασική εδαφική κυριαρχία των Ελλήνων μέχρι τη στιγμή εκείνη.
Η αποτυχία κατάληψης του Μεσολογγίου από τον Οκτώβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1822 από τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιουταχή Πασά, στέρησε από τους Οθωμανούς τον ΑΝΣΚ τους και μετέτρεψε το είδος του πολέμου από πόλεμο ελιγμών (maneuver warfare) σε στατικό πόλεμο πολιορκίας και φθοράς (attrition warfare).
Από την οθωμανική σκοπιά έως το 1823, το Μεσολόγγι λειτούργησε ως στρατηγικός πολλαπλασιαστής ισχύος (force multiplier) για τον ελληνικό επαναστατικό χώρο, καθώς η επιτυχής αντίσταση και αντοχή της πόλης να παραμένει σε ελληνικά χέρια, ακύρωνε κάθε προσπάθεια σταθεροποίησης της Δυτικής Ελλάδας και διοχέτευσης δυνάμεων στο Μοριά. Καταγραφές της Υψηλής Πύλης περιγράφουν το Μεσολόγγι ως “kilit nokta” (σημείο-κλείδα), του οποίου ο έλεγχος ήταν προϋπόθεση για οποιαδήποτε αξιόπιστη κάθοδο στρατευμάτων στην Πελοπόννησο. Η επιτελική εκτίμηση ότι χωρίς ναυτικό έλεγχο η πόλη δεν μπορούσε να καταληφθεί καταδεικνύει τη ναυτο-χερσαία της φύση και τον ρόλο της ως hybrid choke point.
Επιπλέον, η λειτουργία του Μεσολογγίου ως κόμβου πολιτικής νομιμοποίησης της Επανάστασης, μέσω της φιλελληνικής παρουσίας και της ευρωπαϊκής δημοσιότητας το μετέτρεψε σε Στρατηγικό Διαταράκτη Ισορροπίας Ισχύος (disruptor) της οθωμανικής ισχύος. Συνολικά, η οθωμανική–τουρκική ιστοριογραφία επιβεβαιώνει ότι η γεωστρατηγική αξία του Μεσολογγίου υπερέβη κατά πολύ το τοπικό επίπεδο, εντάσσοντάς το σε ένα ευρύτερο δίκτυο ασύμμετρων γεωπολιτικών πιέσεων που διαμόρφωσαν την τελική έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης.
Η προσφυγή στον Μωχάμετ Άλι της Αιγύπτου – territory-for-force exchange
Μέχρι τα τέλη του 1823, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε υποστεί μια συνολική επιχειρησιακή ήττα στο ελλαδικό θέατρο επιχειρήσεων, η οποία δεν περιοριζόταν σε τακτικές αποτυχίες, αλλά συνιστούσε κατάρρευση του ίδιου του συστήματος διεξαγωγής πολέμου. Η απώλεια της Τριπολιτσάς προκάλεσε διάλυση του διοικητικού και επιχειρησιακού κέντρου ελέγχου (Command & Control – C2), ενώ η αποτυχία διείσδυσης μέσω της Ανατολικής Στερεάς μετά τη Γραβιά και η καταστροφή της εκστρατευτικής δύναμης στα Δερβενάκια οδήγησαν σε απώλεια της επιχειρησιακής πρωτοβουλίας (operational initiative) και κατάρρευση της κύριας προσπάθειας (main effort).
Οι ελληνικές δυνάμεις, αξιοποιώντας το έδαφος ως πολλαπλασιαστή ισχύος (force multiplier) και εφαρμόζοντας πόλεμο φθοράς (attrition warfare) και άρνησης περιοχής (area denial), κατόρθωσαν να εξουδετερώσουν την αριθμητική υπεροχή και το πλεονέκτημα ισχύος πυρός (firepower advantage) των Οθωμανών. Το αποτέλεσμα ήταν η αδυναμία διεξαγωγής αποφασιστικής εκστρατείας (decisive campaign) και η πλήρης απώλεια ελέγχου του επιχειρησιακού χώρου (battlespace control) σε κρίσιμες περιοχές.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η προσφυγή στον Μοχάμεντ Άλι της Αιγύπτου δεν αποτέλεσε επιλογή ενίσχυσης, αλλά αναγκαστική αποδοχή στρατηγικής ήττας και αδυναμίας αυτόνομης ανάκτησης της ισχύος. Τα ανταλλάγματα που απαίτησε (Πελοπόννησο, Κρήτη, Κύπρο και Συρία) αντανακλούν μια σαφή γεωπολιτική λογική: έλεγχο κομβικών γεωστρατηγικών χώρων (strategic nodes), κυριαρχία σε θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας (sea lines of communication – SLOCs) και δυνατότητα προβολής ισχύος (power projection) στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Λεβαντίνη.
Με άλλα λόγια, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, αδυνατώντας να ανακτήσει τον έλεγχο του θεάτρου επιχειρήσεων, αναγκάστηκε να «εκχωρήσει γεωπολιτικό χώρο έναντι στρατιωτικής ισχύος» (territory-for-force exchange), επιβεβαιώνοντας ότι μέχρι το 1823 είχε ήδη υποστεί μια συνολική, δομική ήττα.
Ο Μοχάμεντ Άλι της Αιγύπτου συμφώνησε να παρέμβει στην Ελληνική Επανάσταση όχι ως «σύμμαχος», αλλά ως στρατηγικός εργολάβος ισχύος (power contractor), το 1824 και αμέσως ξεκίνησε την προετοιμασία εκστρατευτικού Σώματος υπό τον Ιμπραήμ.
Από τον ΄Β Ελληνικό Εμφύλιο μέχρι τον Ιμπραήμ
Από την έναρξη του Β΄ Ελληνικού Εμφυλίου (1824–1825) έως την αποβίβαση του Ιμπραήμ Πασά της Αιγύπτου, ο επαναστατικός χώρος υπέστη μια βαθιά εσωτερική επιχειρησιακή αποδιοργάνωση (internal operational dislocation), η οποία μετέβαλε ριζικά τη δυναμική του πολέμου. Η σύγκρουση μεταξύ των ελληνικών παρατάξεων οδήγησε σε διάρρηξη της ενότητας προσπάθειας (unity of effort) και σε σοβαρή αποδυνάμωση της διοίκησης και ελέγχου (Command & Control – C2), με αποτέλεσμα την απώλεια συγχρονισμού μεταξύ των κύριων θεάτρων επιχειρήσεων (Μοριάς – Ρούμελη).
Σε επίπεδο ηγεσίας, η φυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στέρησε από τον Μοριά το βασικό του κέντρο βάρους (Center of Gravity – COG) σε επιχειρησιακό επίπεδο, οδηγώντας σε απώλεια συνοχής διοίκησης (loss of leadership cohesion) και αποδυνάμωση της δυνατότητας σχεδιασμού και εκτέλεσης επιχειρήσεων. Παράλληλα, η εξουδετέρωση και τελικά η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου κατέρρευσε τα υφιστάμενα δίκτυα άρνησης περιοχής (area denial networks) στην Ανατολική Στερεά, επιτρέποντας στον αντίπαλο να επαναδιεκδικήσει κρίσιμους άξονες διείσδυσης.
Ταυτόχρονα, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και άλλοι ικανοί οπλαρχηγοί είτε περιθωριοποιήθηκαν είτε λειτούργησαν απομονωμένα, χωρίς ενιαίο επιχειρησιακό σχεδιασμό, γεγονός που οδήγησε σε κατακερματισμό δυνάμεων (force fragmentation) και σε απώλεια της συγκέντρωσης ισχύος (mass). Η αδυναμία συγκρότησης συντονισμένων επιχειρήσεων σε επίπεδο θεάτρου επέφερε διάρρηξη του ενιαίου χώρου επιχειρήσεων (battlespace disintegration) και μετέτρεψε το ελληνικό σύστημα άμυνας από συνεκτική διάταξη σε περιβάλλον χαμηλής συνοχής και αυξημένης τρωτότητας (fragmented security environment).
Παράλληλα, η εσωτερική σύγκρουση επηρέασε καθοριστικά τη βιωσιμότητα της εφοδιαστικής υποστήριξης (logistics sustainability), καθώς πόροι, ανθρώπινο δυναμικό και δίκτυα ανεφοδιασμού αναλώθηκαν σε εμφύλιες συγκρούσεις. Αυτό οδήγησε σε μείωση της συνολικής μαχητικής ικανότητας (combat effectiveness) και σε απώλεια του μέχρι τότε υφιστάμενου επιχειρησιακού βάθους (operational depth).
Το συνολικό αποτέλεσμα ήταν η απώλεια της επιχειρησιακής πρωτοβουλίας (operational initiative) και η αδυναμία διεξαγωγής αποφασιστικών επιχειρήσεων (decisive operations). Έτσι, κατά την άφιξη του Ιμπραήμ, η Επανάσταση δεν αντιμετώπισε την απειλή με ένα συνεκτικό και οργανωμένο σύστημα άμυνας, αλλά με ένα αποδιοργανωμένο επιχειρησιακό περιβάλλον, επιτρέποντάς του να επιτύχει ταχεία τοπική υπεροχή (local superiority) και να επαναφέρει την οθωμανική πλευρά σε θέση πρωτοβουλίας και προβολής ισχύος (initiative and power projection).
Ο Ιμπραήμ στο Μοριά και το Μεσολόγγι ως μηχανισμός ανάσχεσης
Από το 1825 και εξής, το Μεσολόγγι δεν υπήρξε απλώς ένα ακόμη οχυρό της Επανάστασης, αλλά ένας κανονικός στροφέας ισχύος (power pivot), δηλαδή ένας κόμβος ο οποίος απορρόφησε, ανακατεύθυνε και τελικώς αποδυνάμωσε το κύριο επιθετικό δυναμικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της αιγυπτιακής συνιστώσας της. Σε μια στιγμή κατά την οποία το ελληνικό σύστημα αγώνα βρισκόταν σε κατάσταση σχεδόν στρατηγικής αποσύνθεσης (strategic dislocation) λόγω των εμφυλίων, της καταρρεύσεως της ενότητας διοικήσεως και ελέγχου (unity of command and control) και της δραματικής ελλείψεως εφοδιαστικής υποστηρίξεως (logistics sustainment), το Μεσολόγγι λειτούργησε ως το σημείο εκείνο που ανέκοψε την οθωμανοαιγυπτιακή πορεία προς μια γρήγορη αποφασιστική στρατηγική λύση (decisive strategic outcome). Υπό αυτήν ακριβώς την έννοια, το Μεσολόγγι έσωσε την Επανάσταση: όχι επειδή δεν έπεσε, αλλά επειδή πριν πέσει κατέστησε αδύνατη την άμεση συντριβή της ελληνικής αντιστάσεως στον Μοριά και στη Ρούμελη.
Η στρατιωτική βαρύτητα του γεγονότος γίνεται απολύτως αντιληπτή όταν εξετάσουμε τη διάταξη και τη συγκέντρωση δυνάμεων. Ο Κιουταχής είχε ήδη καθηλώσει προ του Μεσολογγίου περί τους 10.000–12.000 άνδρες, ενώ ο Ιμπραήμ, ο οποίος διέθετε συνολικά μια εκστρατευτική δύναμη της τάξεως των 20.000–25.000 ανδρών με σαφή ποιοτική υπεροχή, μετέφερε στην περιοχή άλλους περίπου 8.000–12.000, μαζί με το βαρύ του πολιορκητικό πυροβολικό (siege artillery), τα καλύτερα τμήματα τακτικού πεζικού (regular infantry) και κρίσιμες δυνατότητες μηχανικού μάχης (combat engineering). Αυτό σημαίνει ότι στο θέατρο επιχειρήσεων του Μεσολογγίου αγκιστρώθηκε συνολικά μια δύναμη περίπου 18.000–25.000 ανδρών, δηλαδή όχι απλώς μια ισχυρή φρουρά πολιορκίας, αλλά η ίδια η αιχμή του οθωμανοαιγυπτιακού κέντρου βάρους (center of gravity).
Σε όρους πραγματικής μαχητικής ισχύος (effective combat power), το Μεσολόγγι δεν δέσμευσε απλώς «αρκετούς στρατιώτες», αλλά πιθανότατα το 60%–75% της επιθετικής ικανότητος του Ιμπραήμ για το κρίσιμο διάστημα χειμώνας 1825 – άνοιξη 1826. Έτσι, μια εκστρατεία ελιγμού (maneuver campaign) που μπορούσε να καταλήξει σε ταχεία υποταγή του Μοριά, μετατράπηκε σε εξαντλητικό πόλεμο πολιορκίας και φθοράς (siege and attritional warfare).
Αυτό ακριβώς το στρατηγικό κέρδος χρόνου υπήρξε το σωτήριο αποτέλεσμα. Όσο ο Ιμπραήμ και ο Κιουταχής αναλώνονταν στο Μεσολόγγι, ο Μοριάς δεν δεχόταν το πλήρες βάρος μιας συνεχούς εκστρατείας καταδιώξεως και εκκαθαρίσεως (sweep and clearing campaign). Έτσι, ο αποφυλακισμένος Κολοκοτρώνης απέκτησε τον αναγκαίο επιχειρησιακό χρόνο για να επανενεργοποιήσει το πελοποννησιακό αμυντικό σύστημα, να ανασυστήσει στοιχειώδεις δομές διοικήσεως (command), να ανασυνδέσει τοπικά δίκτυα αντιστάσεως, να ανασχέσει το κίνημα του προσκυνήματος και να μετατρέψει τον Μοριά σε χώρο διασποράς, φθοράς και αρνήσεως ελέγχου (dispersion, attrition and area denial) για τον εχθρό. Αντιστοίχως, στη Ρούμελη, ο Καραϊσκάκης κέρδισε τον πολύτιμο χρόνο που χρειαζόταν για να αναρρώσει, να επανέλθει στο πεδίο και να προετοιμάσει την ελληνική επανενεργοποίηση στο βόρειο θέατρο (Νοέμβριος 1826).
Με άλλα λόγια, το Μεσολόγγι δεν προστάτευσε απλώς μια περιοχή· προστάτευσε τη δυνατότητα των Ελλήνων να ξαναστήσουν επιχειρησιακή συνοχή (operational coherence) μετά την εσωτερική τους διάλυση. Χωρίς αυτήν την καθυστέρηση, ο Ιμπραήμ θα μπορούσε πολύ πιθανόν να ολοκληρώσει μια εκστρατεία υποταγής (campaign of subjugation) στον Μοριά πριν οι Έλληνες επανακτήσουν στοιχειώδη στρατηγική αναπνοή.
Παράλληλα, το Μεσολόγγι λειτούργησε ως κορυφαίος ενωτικός μηχανισμός (unifying mechanism) για ένα επαναστατικό σώμα κατακερματισμένο από πολιτικές αντιπαλότητες, τοπικισμούς και εμφύλιες συγκρούσεις. Η ίδια η πολιορκία παρήγαγε μια νέα μορφή κοινής στρατηγικής συνειδήσεως (shared strategic consciousness): οι μέχρι πρότινος διαιρεμένοι Έλληνες αναγκάσθηκαν να αντιληφθούν ότι η πτώση του Μεσολογγίου δεν θα ήταν απλώς απώλεια μιας πόλεως, αλλά διάρρηξη ολόκληρης της γεωστρατηγικής αρχιτεκτονικής του Αγώνα. Το Μεσολόγγι έγινε έτσι ένας πολιτικοστρατιωτικός πολλαπλασιαστής ισχύος (politico-military force multiplier), διότι συμπύκνωσε σε ένα σημείο το αίσθημα της κοινής απειλής, την ανάγκη υπερβάσεως των εμφυλίων και την απαίτηση ανασυγκροτήσεως του εθνικού αγώνα. Ακόμη και η Έξοδος, ενώ υπήρξε σε τακτικό επίπεδο μια τραγωδία, σε στρατηγικό επίπεδο λειτούργησε ως αντιστροφέας αποτελέσματος (outcome reverser): μετέτρεψε μια τοπική απώλεια σε πανελλήνια και ευρωπαϊκή πολιτική κινητοποίηση, αναβαθμίζοντας το ελληνικό ζήτημα από περιφερειακή εξέγερση σε διεθνές γεωπολιτικό πρόβλημα.
Συνεπώς, η ιστορική αλήθεια είναι πολύ σκληρότερη και πολύ σαφέστερη από τη ρητορική των απογόνων του Μαυροκορδάτου. Το Μεσολόγγι δεν υπήρξε μόνον ηρωικό σύμβολο, αλλά ο αποφασιστικός γεωστρατηγικός στροφέας ισχύος (geostrategic power pivot) της κρίσιμης φάσεως 1825–1826. Εκεί καθηλώθηκε η μάζα των οθωμανοαιγυπτιακών δυνάμεων, εκεί ανετράπη το εχθρικό επιχειρησιακό τέμπο (operational tempo), εκεί αγοράσθηκε ο χρόνος για την επανεμφάνιση του Κολοκοτρώνη στον Μοριά και του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη, εκεί άρχισε να θεραπεύεται ο εσωτερικός ελληνικός διχασμός και εκεί δημιουργήθηκε το πολιτικο-διπλωματικό σοκ που οδήγησε τελικώς στη διεθνοποίηση του Αγώνα.
Αν ο Ιμπραήμ δεν είχε αγκιστρωθεί στο Μεσολόγγι, είναι απολύτως πιθανό ότι η Επανάσταση θα είχε υποβαθμισθεί σε διάσπαρτη, χαμηλής εντάσεως εξέγερση χωρίς στρατηγική προοπτική. Με το Μεσολόγγι, όμως, η ελληνική πλευρά πέτυχε το υπέρτατο σε έναν πόλεμο ασυμμετρίας: να χάσει τακτικά, αλλά να νικήσει στρατηγικά.
Και ακριβώς γι’ αυτό, μπορούμε να πούμε χωρίς υπερβολή ότι, το Μεσολόγγι έσωσε την Ελληνική Επανάσταση και όχι το Ναυαρίνο. Ηλίθιοι!
