Πριν από περίπου 2.500 χρόνια, οι φυσικοί φιλόσοφοι της Αρχαιότητας έθεσαν τα θεμέλια της επιστημονικής σκέψης και της συστηματικής μελέτης του κόσμου.
Όμως, πέρα από τη φιλοσοφία και την επιστήμη, υπάρχει μια πιο δύσκολη αλλά συναρπαστική αναζήτηση, η προσπάθεια να εντοπίσουμε στα βάθη του χρόνου την ανθρώπινη επιθυμία να ξεφύγει από τα όρια της Γης και να φτάσει στ’ άστρα.
Για αυτήν τη βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου, οι πηγές μας δεν είναι τα επιστημονικά συγγράμματα, αλλά κυρίως η μυθολογία, η λαϊκή παράδοση και, πάνω απ’ όλα, η λογοτεχνία. Σε αυτό το πλαίσιο ξεχωρίζει μια μοναδική, τολμηρή και εξαιρετικά ευφάνταστη αφήγηση που γράφτηκε πριν από περίπου 1.850 χρόνια.
Ο Λουκιανός ο Σαμοσατεύς, με όπλο τη σάτιρα και τη φαντασία, περιγράφει μια απίθανη περιπέτεια: ένα θαλάσσιο ταξίδι που μετατρέπεται σε… διαστημική αποστολή. Ένας ξαφνικός τυφώνας αρπάζει το πλοίο, το ανυψώνει εκατοντάδες στάδια πάνω από τη θάλασσα και το κρατά μετέωρο στον αέρα για ημέρες, μέχρι που οι ταξιδιώτες αντικρίζουν μια φωτεινή, σφαιρική γη να αιωρείται στον ουρανό.
Η περιέργεια είναι η κινητήρια δύναμη του ταξιδιού. Ο ίδιος ο αφηγητής εξηγεί ότι θέλησε να μάθει ποιο είναι το τέλος του Ωκεανού και ποιοι κατοικούν πέρα από αυτόν. Έπειτα από εβδομήντα και πλέον ημέρες στη θάλασσα, φτάνουν σε ένα αλλόκοτο νησί γεμάτο μυθολογικούς υπαινιγμούς, ποτάμια κρασιού, μεθυστικά ψάρια και μια χάλκινη στήλη που μαρτυρά πως εκεί είχαν φτάσει ο Ηρακλής και ο Διόνυσος.
Το πραγματικό άλμα, όμως, έρχεται όταν το πλοίο ανυψώνεται ξανά από τον τυφώνα και, μετά από επτά ημέρες στον αέρα, προσγειώνεται στη Σελήνη. Εκεί, οι ταξιδιώτες ανακαλύπτουν έναν καλλιεργημένο και κατοικημένο κόσμο, με παράξενα όντα, βασιλιά, τον Ενδυμίωνα, και κοινωνίες που θυμίζουν έντονα τη Γη.
Οι Σεληνίτες δεν ζουν απομονωμένοι, στο διάστημα υπάρχουν και άλλα έθνη, όπως οι Ηλιώτες, με τους οποίους συγκρούονται για αποικίες. Υπάρχουν πόλεμοι, συνθήκες ειρήνης και σύνορα, τα οποία, με εντυπωσιακή σύλληψη, είναι χαραγμένα σε στήλες από ήλεκτρο και αιωρούνται στον αέρα.
Η φαντασία του Λουκιανού κορυφώνεται με την περιγραφή ενός τεράστιου κατόπτρου, μέσω του οποίου οι Σεληνίτες μπορούν να βλέπουν και να ακούν όσα συμβαίνουν στη Γη. Ο αφηγητής ισχυρίζεται πως είδε την πατρίδα και τους συγγενείς του, αφήνοντας να αιωρείται η ιδέα μιας πρωτόγονης μορφής τηλεπικοινωνίας ή τηλεσκοπικής παρατήρησης.
Το ταξίδι συνεχίζεται ακόμη πιο μακριά, ως τη Λυχνόπολη, μια μυστηριώδη διαστημική πόλη ανάμεσα στις Πλειάδες και τις Υάδες. Η επιστροφή στη Γη, ωστόσο, δεν σημαίνει και το τέλος των περιπετειών, το πλοίο καταπίνεται από ένα τεράστιο θαλάσσιο κήτος και οι ήρωες απελευθερώνονται μόνο μετά από πολύ καιρό.
Όλα αυτά περιγράφονται στο έργο Ἡ ἀληθής ἱστορία, ένα κείμενο που, πίσω από τη σάτιρα και την υπερβολή, μοιάζει να προαναγγέλλει τη σύγχρονη επιστημονική φαντασία. Πολύ πριν από τον Ιούλιο Βερν και αιώνες πριν από την προσελήνωση, ο Λουκιανός είχε ήδη «ταξιδέψει» στο Διάστημα, τουλάχιστον με τη δύναμη του ανθρώπινου νου.

