Γράφει ο Μουρτζούκος Χρήστος
Ήταν επτά το απόγευμα μιας ήρεμης Τετάρτης, όταν χτύπησε το τηλέφωνο του Περικλή. Στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα της Νάταλης. Η φωνή της, γνώριμη και γλυκιά, του πρότεινε κάτι αναπάντεχο: να περάσουν το Σαββατοκύριακο μαζί, σε ένα ξενοδοχείο που είχε ήδη κλείσει στην πόλη της Βόννης.
Ήταν ένα μέρος γεμάτο ανέσεις, μασάζ, σάουνα, πισίνα και γυμναστήριο. Όχι πως θα πήγαιναν στο γυμναστήριο, αλλά τουλάχιστον θα υπήρχε ως επιλογή.
Ο Περικλής αιφνιδιάστηκε από την πρόταση. Είχε ήδη προγραμματίσει κάποιες επαγγελματικές συναντήσεις, όμως δεν του πήρε πολύ να ενδώσει. Είχε εδώ και καιρό βαθιά συναισθήματα για τη Νάταλη, κάτι που και η ίδια ήξερε βέβαια, και τι πιο όμορφο από το να περάσει αυτές τις μέρες μαζί της; Ακύρωσε δύο από τα τρία ραντεβού του και φρόντισε να κρατήσει μόνο ένα, ώστε να φύγουν το μεσημέρι για την Βόννη.
Πριν το ταξίδι, είχε φροντίσει να της πάρει ένα μικρό δώρο. Μια ασημένια καρδιά με αλυσίδα, λιτή αλλά γεμάτη νόημα. Ήθελε να της δείξει έμπρακτα όσα ένιωθε. Και καθώς την παραλάμβανε από το σπίτι της εκείνο το μεσημέρι, ο ουρανός έμοιαζε καθαρός, σαν να ευλογούσε αυτή τη μικρή ρομαντική απόδραση.
Η διαδρομή κύλησε ανάλαφρα, με χαλαρές συζητήσεις, γέλια και σιωπές γεμάτες νόημα. Η Βόννη, μια γοητευτική πόλη, τους υποδέχτηκε με έναν λαμπρό ήλιο, παρά το χειμωνιάτικο κρύο των τεσσάρων βαθμών. Η πόλη τους μάγεψε, με την ήσυχη ατμόσφαιρα που αγκάλιαζε τον επισκέπτη με τρόπο σχεδόν ποιητικό.
Το ξενοδοχείο ήταν πραγματικά υπέροχο. Από την ταράτσα του, η θέα αγκάλιαζε ολόκληρη την πόλη. Ο Περικλής στάθηκε για λίγο εκεί, αφήνοντας τα μάτια του να περιπλανηθούν. Ήταν μια ρομαντική στιγμή που έμοιαζε σχεδόν βγαλμένη από ταινία.
Το βράδυ, πήραν το αυτοκίνητο και ανακάλυψαν ένα μικρό, λιβανέζικο εστιατόριο στη γωνία ενός ήσυχου δρόμου. Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και φιλόξενη. Καθώς απολάμβαναν τα πιάτα, γνώριμα ακούσματα ήχησαν από τα ηχεία, ”ακούς” του λέει η Νάταλη, τραγούδι της Άννας Βίσση. Η Νάταλη χαμογέλασε πλατιά. Ο νεαρός σερβιτόρος, που είχε ακούσει τη γλώσσα τους, τους ρώτησε στα σπαστά ελληνικά αν ήταν Έλληνες. Τους εξήγησε πως η σύζυγος του ιδιοκτήτη ήταν Ελληνίδα και γι’ αυτό ήξερε μερικές λέξεις. Για χάρη τους, έβαλε και άλλα ελληνικά τραγούδια, γεμίζοντας το χώρο με έναν υπέροχο, γλυκό παλμό νοσταλγίας.
Μετά το φαγητό, τους αποχαιρέτησε με ένα «καληνύχτα» στα ελληνικά, που ζέστανε την καρδιά τους και έκλεισε τη βραδιά με τρυφερότητα. Πίσω στο ξενοδοχείο, μέσα στην ησυχία του δωματίου, ο Περικλής έδωσε στη Νάταλη το δώρο του, την ασημένια καρδιά. Εκείνη συγκινήθηκε. Και τότε της είπε, χωρίς περιστροφές, πως ήταν ερωτευμένος μαζί της.
Η επόμενη μέρα τους βρήκε να περιπλανιούνται ξανά στην πόλη, να γελούν, να συζητούν, να μοιράζονται μικρές, ουσιαστικές στιγμές. Το απόγευμα πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Λίγο πριν βγουν από τον αυτοκινητόδρομο, ένα ατύχημα τους καθυστέρησε. Έμειναν ακινητοποιημένοι για σχεδόν μια ώρα.
Κι όμως, τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει την ομορφιά αυτού του διήμερου. Ήταν ένα μικρό ταξίδι γεμάτο ρομαντισμό, αλήθεια και αυθεντικά συναισθήματα από την πλευρά του. Μια ανάμνηση που θα συνόδευε και τους δύο για πολύ καιρό, ίσως και για πάντα.

