Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

(17η συνέχεια)

(Σύνδεση με το θέμα:Η ζωή αποφασίζει κι εσύ ακολουθείς. Αν αντέξεις τον κατατρεγμό της, θα σου προσφέρει τη χαραυγή. Μαζεύεις, λοιπόν, όσα σε καλεί να μάθεις και ανάλογα με το τί κρατάς θα ανοίξει η νέα αυλαία! Αντίστροφη μέτρηση, είπαμε; Ας δούμε τί περιμένει στον δρόμο την μικρή μας αφηγήτρια!)

Η ΦΑΛΑΓΓΑ- ΤΑ ΚΟΥΚΙΑ & ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Η μητέρα πήγε στο χωριό να μαζέψει κεράσια. Πήγαν πολλοί μαζί, συνοδεία της “Φάλαγγας”.
Κατάλαβα πια τι είναι η Φάλαγγα, δεν χρειάζεται να μου το εξηγούν κάθε φορά. Την έχω μπροστά μου, ακόμη κι όταν κλείνω τα μάτια. Ένα πλήθος ανθρώπων, όλοι μαζί, σαν μεγάλη παρέα στη μέση, κι από μπροστά κι από πίσω, στρατιώτες. Τους προστατεύουν, λέει, από τους αντάρτες.

Προχωρούν ομαδικά, μπουλούκι, με τα βουνά να τους τυλίγουν γύρω-γύρω. Έλατα, τρεχούμενα νερά, λουλούδια παντού. Κι όμως, δεν πρέπει να απομακρύνονται, ούτε να βγαίνουν από τη γραμμή. Τι είδους προστασία είναι αυτή; Περισσότερο φυλακή μοιάζει. Μα αφού έτσι γίνεται… τι να κάνουμε;

Η μητέρα πήγε στο Μετόχι και θα φέρει κεράσια. Άργησε όμως ή έτσι μου φάνηκε; Πάντως, όταν επέστρεψε, ήταν τόσο όμορφη που κόντεψα να μη τη γνωρίσω. Τα ’χασα! Ξέχασα και να τη χαιρετήσω. Απόμεινα στη μέση της σκάλας να την κοιτάζω… να χάνομαι στο φως των ματιών της.

«Τι όμορφα που είναι στο χωριό! Τι όμορφα!» έλεγε όλη μέρα. Και πρόσθετε με λαχτάρα: «Όπου κι αν γυρίσεις το βλέμμα, κοκκινίζει ο τόπος απ’ τα κεράσια… Και τα νερά… Και τα λουλούδια…»
Μου κρέμασε κόκκινα κεράσια στ’ αυτιά και όλη μέρα φόραγα κερασένια σκουλαρίκια. Ύστερα τα έφαγα, και μόλις είδα από μακριά το Λουλουδάκι, της τραγούδησα:

«Πρωτομαγιά, τα Λούλουδα γιορτάζουν…»

Μου γύρισε την πλάτη κι έφυγε θυμωμένη. Μα τι την έπιασε; Τραγούδησα τ’ όνομά της γιατί ήμουν χαρούμενη, κι αυτή θύμωσε; Ήθελα να της πω για την άνοιξη. Να της πω πως γέμισε η γη λουλούδια.

-Λουλουδάκιιι… πολύ μου τα μπερδεύεις τα πράγματα εδώ στην Κύμη. Ξέχασες τον τσούρλαρο με το κρυστάλλινο νερό που έτρεχε νύχτα-μέρα; Εγώ δεν τον ξέχασα. Κλείνω τα μάτια μου τις νύχτες και τον ακούω μέσα μου.

Την άνοιξη φυτεύουμε κουκιά στον κήπο ή φυτρώνουν μόνα τους;
Θα τα μπέρδευα πολύ αν με ρωτούσε η δασκάλα μου, η κυρία Μαρία, που είναι αδύνατη, με μαύρα ρούχα και πάντα σοβαρή. Μου ζήτησε να πηγαίνω κάθε μεσημέρι στο σπίτι της για να της αγοράζω ψωμί από τον Φούρνο.
Ευχαρίστως να το κάνω, αν πράγματι με χρειάζεται.

«Θέλει να βοηθήσει το παιδί. Το λυπήθηκε. Ξέρει πως ο πατέρας του είναι εξορία και ότι δεν έχουν λεφτά από πουθενά. Θα της αγοράζει το ψωμί κι εκείνη θα του δίνει κάτι… σαν χαρτζιλίκι».

Το άκουσα. Αυτά τα λόγια έφτασαν στ’ αυτιά μου και με κάρφωσαν στη γη. Δεν γύρισα το κεφάλι να δω ποιος τα είπε. Μα, ποια σημασία είχε; Η αλήθεια ήταν που χτύπησε και μπήκε στην καρδιά μου σαν βάρος.

Όχι! Όχι έτσι! Όχι βοήθεια από λύπη!

Θα πάω να μαζεύω ελιές. Θα πουλάω κουλούρια. Θα κάνω μεροκάματο με χαρά.

Μα την ψεύτικη βοήθεια δεν τη θέλω.

Η κυρία Μαρία περνάει κάθε μέρα απ’ έξω απ’ τον Φούρνο. Δεν έχει ανάγκη εμένα για να της αγοράζω ψωμί. Η «δουλειά» που μου έδωσε ήταν ψεύτικη. Και τα λεφτά… ψεύτικα κι αυτά. Δεν θέλω χατίρια από κανέναν επάνω στη γη.
Δεν πήγα ποτέ στο σπίτι της. Εξήγηση δεν έδωσα. Και εκείνη δεν με ρώτησε.
Κι όμως… την κυρία Μαρία με τα μαύρα ρούχα και τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω, την είχα μέσα στην καρδιά μου.
Μας μάθαινε όμορφα πράγματα, για τους κήπους, για τις σπορές, για τα λουλούδια. Στεκόταν δίπλα μας, όταν παίρναμε το συσσίτιο στο διάλειμμα.
Έβαζα στο αλουμινένιο κυπελάκι μου ζεστό γάλα με κακάο και έπαιρνα και τη μερίδα μου, το σταφιδόψωμο.
Και τότε ζεσταινόταν η κοιλιά μου… και η ψυχή μου μαζί.

Εντάξει, αυτά γίνονταν τον χειμώνα… Μα τώρα φύτρωσαν τα κουκιά, κι ο ήλιος μάς ζέσταινε γλυκά. Χαμήλωνε στη γη, την αγκάλιαζε και την ξυπνούσε.
Ξύπνησαν και οι άνθρωποι στη γειτονιά μας και μέσα στο σπίτι μας, όπως φαίνεται! Δεν εξηγείται αλλιώς. Τον τελευταίο καιρό, όλο πηγαινοέρχονταν. Μουρμούριζαν, κάτι ετοίμαζαν, κάτι έλεγαν και με προσπερνούσαν. Χαμογελούσαν κρυφά, μου χάιδευαν ξαφνικά τα μαλλιά… Και μετά ήρθε η μέρα που έστρωσαν το καλό τραπεζομάντηλο. Κατέβασαν από το ντουλάπι και τη μεγάλη κατσαρόλα. Αγόρασαν και κρέας!
Κρέας; Τι γίνεται σήμερα; Τι γιορτάζουμε; Πάσχα είναι ή Χριστούγεννα;
Δεν μου απαντούσε κανείς. Μόνο χαμόγελα. Βγήκα κι εγώ στην αυλή. Ανέβηκα στο τοιχάκι και μπήκα στον κήπο. Γύριζα γύρω-γύρω και δεν ήξερα τι να κάνω πρώτο και τι δεύτερο! Αν ήμουν αλέτρι, θα είχα οργώσει μέτρα ολόκληρα, μ’ αυτό το πήγαιν- έλα που ξεκίνησαν τα πόδια μου και σταματημό δεν είχαν!
Μα ήμουν μόνο ένα μικρό παιδί. Κι εκεί, μέσα στον κήπο μας, τα κουκιά είχαν μεγαλώσει και έφταναν ως τη μέση μου.
Είχαν λουλούδια; Είχαν καρπούς; Τα έψαχνα, να δω τι ακριβώς συνέβαινε και είχε ευωδιάσει όλος ο τόπος γύρω μου!
Και ο αέρας είχε γίνει αλλιώτικος, μουρμούριζε ήσυχα κάτι σαν όμορφα τραγούδια… και τότε στάθηκα ακίνητη.

Με κάρφωσε στη μέση του περιβολιού μια φωνή!

– Μαίρηηη! Μαιρούλααα! Παιδί μου, κοίτα ποιος ήρθε!

Η μητέρα! Η φωνή της, σαν χίλια τραγούδια πάνω στη γη.

Κι από πάνω , μια άλλη φωνή. Ριζωμένη βαθιά, στα κατάβαθα της ψυχής μου:

– Μαίρηηη! Έλα κοντά μου, παιδί μου! Εγώ είμαι, ο πατέρας σου! Ναι, ήρθα!

Τα κουκιά έχουν ρίζες. Κι εγώ φαίνεται έβγαλα ρίζες. Απλώθηκαν βαθιά, στα έγκατα της γης, και με κάρφωσαν εκεί.

Μα θα βγάλω λουλούδια. Θα βγάλω καρπούς. Θα μιλώ στον ήλιο, θα ψιθυρίζω στη γη, και θα της φωνάζω:

– Ήρθε! Ήρθε! Ήρθε! Ο πατέρας μου ήρθε! Τ’ ακούς, γη; Να το πεις στα πουλιά, να το θυμηθείς στη σπορά, να το διαλαλήσεις παντού! Να το φωνάξεις δυνατά, να το μάθουν όλα τα δέντρα και τα λουλούδια της πλάσης! Μα τώρα, άσε με, γη… Άσε τα πόδια μου να τρέξουν κοντά του. Να τον πιάσω από το σακάκι, να ακουμπήσω τα χέρια του, να τα φιλήσω.
Αν μυρίζουν κερήθρα, είν’ αυτός. Αν μυρίζουν μέλι, είν’ αυτός. Κι αν μυρίζουν χαρτί και μολύβι, είν’ αυτός: ο πατέρας μου. Ο δικός μου πατέρας!

-Παιδιά της Κύμης, ακούστε μεεε! Έχω κι εγώ πατέρααα!

Τα μαλλιά μου είχαν μακρύνει, μου έπεφταν μέσα στα μάτια και δεν έβλεπα καθαρά. Έπρεπε να τα πιάσω ψηλά με το τσιμπιδάκι μου. Να μη φαίνομαι αχτένιστη.

Τα μαζεύω, προσπαθώ να τα τυλίξω όλα μαζί … κι εκείνα τα χέρια του αγκαλιάζουν το κεφάλι μου.
Ακουμπώ ολόκληρη πάνω του. Μυρίζω το σακάκι του. Το σακάκι του πατέρα μου.

Έ, Τσώνη, πού είσαι; Έλα να δεις, άχρηστε νταή!Κλαίει η ψυχή και γελάει μαζί! Αυτό δεν το ήξερες, σίγουρα. Εγώ όμως, το έμαθα και αυτό.

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος», διάβασα στο βιβλιαράκι μου.

Μα όταν μια νέα αρχή έχει τον Λόγο, εσύ σωπαίνεις. Διορθώνεις όσα μπορείς. Μπαλώνεις, ξηλώνεις, μαζεύεις, προχωράς. Και τον χρόνο πια τον μετράς με τα νέα γεγονότα.

Και τα γεγονότα ήταν τρία. Τα εξής:

1-Ο πατέρας μου έφερε κασετίνα ξύλινη, με μολύβια, ξύστρα και γομολάστιχα.

2-Πήγε στη Χαλκίδα με το μεγάλο λεωφορείο, κι εγώ έβγαλα κοκκινίλες στο πρόσωπο από το κλάμα. Το επιβεβαίωσε και η μαμά. Από το πολύ κλάμα ήταν , γιατί φοβήθηκα πως κάποιος τον πήρε ξανά μακριά μας.

3- Φύγαμε από την Κύμη. Κι αφήσαμε πίσω πολλούς αγαπημένους.

Τώρα… Πώς να μετράς τον χρόνο;

Ανάλογα με την καρδιά , αν κλαίει ή αν γελάει. Και τότε είναι πολλής ή λίγος.

Κι εγώ, αυτή τη φορά, δεν ήξερα τι να λογαριάσω.

Ήταν πολλής ο καιρός ώσπου φύγαμε από την Κύμη ή λίγος;

Είμαι στη μέση και δύσκολα τον μετρώ, γιατί είναι μπλεγμένος με δάκρυα και χαρά.

Ένα όμως το ξέρω, και είναι το σίγουρο:

Όσα χρόνια κι αν πέρασαν, ήμασταν πάντα όλοι μαζί, ενωμένοι με τις καρδιές μας.

Εμείς κι εκείνοι που αγαπήσαμε πολύ και μοιραστήκαμε τις δύσκολες ώρες.

Η ζωή μπορεί να μπήκε ανάμεσά μας, μπορεί να αλλάξαμε τόπους και σπίτια…

Μα η καρδιά μας το ήξερε:

Είμαστε πάντα μαζί.

Γι’ αυτό γελούν τα μάτια μας κάθε φορά που ανταμώνουμε.

16η συνέχεια <———

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Σχετικές αναρτήσεις

Ψυχή δοσμένη στην αγάπη

e-enimerosi

Το σχολείο του δάσους

e-enimerosi

Το μυστήριο της αγάπης

e-enimerosi