8 Απριλίου 2026
Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

18η συνέχεια

(Σύνδεση με το θέμα: Όταν οι αστάθμητοι παράγοντες προκαλούν τρικυμίες ζωής, ποιος αποφασίζει για τη συνέχεια; Ο ίδιος ο άνθρωπος; Η ίδια η ζωή; Ο Θεός; Ποιος μπορεί να απαντήσει; Πάντως στην ιστορία μας η ζωή κάνει έναν κύκλο και ξαναβάζει τα ξεριζωμένα άτομα μέσα στην αγκαλιά της οικογένειας. Για να τα παρηγορήσει από όσα δεινά προξένησε η καλά ριζωμένη Διαμάχη της φυλής μας; Για να τους δώσει νέα δύναμη για όσα προετοιμάζουν οι συνέπειες της ταλαιπωρίας του “άμαχου πληθυσμού”; Τί να πούμε, τι;;;)

ΓΥΡΙΖΩ ΠΙΣΩ ΚΑΙ ΨΑΧΝΩ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Τα Καμάρια, το σχολείο, το υπόγειο και η γιαγιά – όλα αυτά μαζί ήταν η επιστροφή στις ρίζες μας. Επιστροφή στο χωριό του πατέρα, από όπου ξεκινήσαμε εκείνον τον παράξενο κύκλο, με τα πολλά και τα διάφορα.

«Υποφέραμε!» λέει η μαμά.

«Ζήσαμε!» λέω εγώ. Όσα είχε να μας δώσει αυτός ο κύκλος — ή, όπως λένε οι μεγάλοι, η εποχή — τα πήραμε.

Δεν είχε κάτι άλλο να προσφέρει. Τίποτε καλύτερο. Ευτυχώς, ούτε τα χειρότερα…
Κανείς από τους τρεις μας δεν έλειψε, όπως έγινε σε άλλες οικογένειες. Και τώρα, να ‘μαστε ξανά εδώ.
Καμάρια Ιστιαίας! Ένα μεγάλο σπίτι με κεραμίδια, με υπόγειο και αυλόγυρο. Ακριβώς απέναντι, το σχολείο.
Ανάμεσα στο σπίτι και στο σχολείο, ο κήπος μας με τις τριανταφυλλιές και ο κεντρικός δρόμος του χωριού.

Εμένα ήταν σαν να με περίμεναν τα θρανία. Ούτε μια μέρα δεν θυμάμαι χωρίς αυτά.
Πατήσαμε το πόδι μας στο χωριό; Ούτε που το καταλάβαμε! Θα έπαιρνα όρκο πως εγώ, τουλάχιστον, προσγειώθηκα κατευθείαν μέσα στην αίθουσα του σχολείου.
Κι αυτή ήταν η αρχή. Ύστερα όλα κύλησαν μαζί και πήραν ρυθμό και φωνή.
Το σχολείο μπλέχτηκε με το ποτάμι, ο αυλόγυρος με τη ρεματιά, το υπόγειο με τα μεγάλα πιθάρια, τις σταφίδες, το λάδι, και τα παιδιά της γειτονιάς. Όχι τα παιδιά – κάνω λάθος. Τα κορίτσια ήθελα να πω. Παιδιά ήταν μόνο τ’ αγόρια.
«Το κορίτσι μου», έλεγε η γιαγιά και με χτένιζε μαλακά-μαλακά με το ψιλό χτένι.
Μου ίσιωνε τη χωρίστρα, έδενε την κορδέλα στα μαλλιά και με κοίταζε από απόσταση για να με καμαρώσει.
Ύστερα πήγαινε στο μεγάλο καζάνι, μουντζούρωνε το δάχτυλό της και μου άφηνε μια μαύρη πινελιά πίσω απ’ το αυτί.
«Για να μη σε ματιάσουν», μου εξηγούσε.

“Η εγγονή σου είναι, θειά- Μαριώ; Ε, πια, σου μοιάζει πολύ! Άσπρη και γαλανή σαν εσένα!”- φώναζαν οι γειτόνισσες από τα ανοιχτά παράθυρα.

” Μπα, που να καταπιείτε τη γλώσσα σας! Φτου, φτου, το κακό το μάτι! Ευτυχώς που της έβαλα τη μουντζούρα! Το φάγανε το κορίτσι με τα μάτια τους”- μουρμούριζε η γιαγιά, με κατεβασμένο το κεφάλι.

Με τραβούσε βιαστικά από το χέρι και προσπερνούσαμε. Προσπερνούσαμε, επιστρέφαμε, ανηφορίζαμε, κατηφορίζαμε! Πάντα μαζί και αντάμα.
Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ… Ε, καλά τώρα, δεν μας ταιριάζει και τόσο πολύ αυτή η ιστορία! Ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ ήταν από εκείνες τις ιστορίες που μου έλεγε η γιαγιά. Επειδή οι δυο τους ήταν αχώριστοι φίλοι, φαντάστηκα πως κάπως έτσι θα ήμασταν κι εμείς· όπως εγώ με τη γιαγιά ή, μάλλον, όπως η γιαγιά κι εγώ, αφού εκείνη ήταν που με τραβούσε πάντα μαζί της: στο χωράφι, στο περιβόλι, στο Ξηροχώρι και στα γύρω χωριά.
Καβάλα στο γαϊδουράκι πηγαίναμε να δούμε τα ξαδέρφια, τους κουμπάρους, τ’ ανίψια. Κι ύστερα έπαιρναν σειρά οι εκκλησιές και τα ξωκλήσια που γιόρταζαν.
Γιόρταζε ο Άη Γιώργης; Εκεί κι εμείς.
Είχε παζάρι το Ξηροχώρι; Παρούσες κι εκεί.
Στους γάμους λέγαμε καλορίζικα από τις πρώτες . Και στις κηδείες πρώτες εμείς, και μπροστά-μπροστά.
Κλαίγαμε, συγχωρούσαμε, ξανακλαίγαμε… Μου πιανόταν η αναπνοή από το λιβάνι και τα κεριά.

«Κλαίμε για τον παππού τον Αντώνη»- με πληροφορούσε κάθε φορά η γιαγιά και ξαναέλεγε για να το καταλάβω καλά:

«Τον παππού τον δικό μας, που πέθανε όταν ήσουν μωρό».

Του στέλναμε τα χαιρετίσματά μας με κάθε νεκρό και γυρίζαμε στο σπίτι ευχαριστημένες που κι αυτή τη φορά τον είχαμε, για λίγο, κοντά μας. Και μας έβλεπε και μας άκουγε και χαρούμενος ήταν που τον θυμόμασταν. Αυτό ήταν σίγουρο. Μου το βεβαίωνε η γιαγιά, κι εγώ ήθελα να του τραγουδήσω. Η γιαγιά μού είπε πως δεν ήταν απαραίτητο.
Ο παππούς, έτσι κι αλλιώς, ήταν χαρούμενος που τον θυμηθήκαμε.
Αν όμως ήθελα, μπορούσε να μου πει μια ιστορία από τότε που ήταν νέοι, εκείνη και ο παππούς.
Και μου διηγήθηκε για τον Άη Γιώργη, που παρουσιάστηκε ολοζώντανος μπροστά τους, όταν του ζήτησαν βοήθεια.
Ήταν μεσάνυχτα, όταν ακούστηκαν τα πέταλα του αλόγου στον δρόμο, μπροστά από το σπίτι τους. Κοίταξαν από τα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα και τον είδαν. Έφεγγε ο δρόμος. Το άσπρο άλογο τριπόδιζε. Ο καβαλάρης, γεμάτος φως. Η νύχτα ολόγυρα άφωνη και βαριά.
Έκαναν τον σταυρό τους και προσευχήθηκαν.

«Κοίτα να καταλάβεις καλά και να το πιστέψεις! Ήταν ο ίδιος ο Άη Γιώργης, όπως είναι σ’ αυτή την εικόνα», μου το βεβαίωνε η γιαγιά.

Κι εγώ σήκωνα τα μάτια μου και αντίκριζα την εικόνα του Άη Γιώργη. Γύρω της κι άλλα εικονίσματα. Το καντήλι αναμμένο, φώτιζε το δωμάτιο. Τα κούτσουρα έκαιγαν στο τζάκι, κι η θράκα πύρωνε. Ο Άη Γιώργης με κοίταζε. Τον κοίταζα κι εγώ. Τα μάτια του μισόκλειναν και μου χαμογελούσαν.

Όλοι οι άγιοι της γιαγιάς, μέσα στα εικονίσματα, με πρόσεχαν και μ’ αγαπούσαν. Περισσότερο απ’ όλους, ο ίδιος ο Χριστός. Μέχρι και στο δωμάτιό μου ήρθε για να με δει και, ναι, λέω αλήθεια!
Ήταν μεσημέρι και είχε ήλιο. Το τζάκι έκαιγε. Όλο το σπίτι είχε πέσει στη σιωπή. Κι εκεί, ξαφνικά, έτριξε η πόρτα. Στο άνοιγμά της φάνηκε ο Ιησούς Χριστός, από τη μέση και πάνω. Με τον κόκκινο χιτώνα του και το φωτοστέφανο. Έψαξε το δωμάτιο με το βλέμμα και με είδε. Μου χαμογέλασε και το δωμάτιο χάθηκε μέσα στο φως Του!

«Όταν σε παίρνει ο ύπνος το μεσημέρι να σκεπάζεσαι, διότι θα κρυολογήσεις», με συμβούλεψε ο πατέρας.

Μα γιατί να σκεπάζομαι; Δεν κρυώνω και δεν πρόκειται να αρρωστήσω. Είμαι πολύ χαρούμενη… τόσο χαρούμενη, που η καρδιά μου πάει να σπάσει. Είδα τον Χριστούλη μου!

«Έλα, έλα εδώ, κοντά μου», του φώναξα με την ψυχή μου. Και το είδα μέσα στα μάτια Του: πως είναι και θα είναι για πάντα φίλος μου… μπορεί και συγγενής μου. Αν θέλει, μπορεί να ξανάρθει. Κι εγώ πάντα θα τον περιμένω. Και θα τον αγαπάω πολύ.
Μέχρι τότε, μέχρι να ξανάρθει, εγώ θα πηγαίνω στο σχολείο για να μαθαίνω γράμματα. Γράμματα, σπουδάματα , του Θεού τα πράματα.

Το φεγγαράκι το λαμπρό λάμπει τα βράδια στον ουρανό. Το πρωί έχουμε σχολείο.

Ντριιιν! Χτυπάει το κουδούνι στο πρώτο διάλειμμα κι εγώ τρέχω ως το σπίτι. Δεν θυμάμαι αν το ξανάπα, αλλά το σπίτι της γιαγιάς είναι ακριβώς απέναντι από το σχολείο.

Η γιαγιά σκύβει από το παράθυρο και μου δίνει μια φέτα από ζυμωτό ψωμί , μεγάλη, φρυγανισμένη, ζεστή, και αλειμμένη με λάδι. Την παίρνω και τρέχω πίσω στο σχολείο. Είναι η ώρα του συσσιτίου. Μας δίνουν γάλα με κακάο. Έχω τη σταρένια μου φέτα, θα πάρω και την αμπούλα με μουρουνέλαιο, που ο δάσκαλος μάς τη βάζει κατευθείαν στο στόμα. Πρέπει να την καταπίνουμε μπροστά του.

«Θα γίνεις έξυπνη και δυνατή», λέει ο πατέρας, «αρκεί να πίνεις το γάλα σου».

«Θα γίνει και όμορφη», λέει η γιαγιά.

«Θα γίνει καλός άνθρωπος», λέει η μητέρα.

Σας παρακαλώ πολύ, σταματήστε να μιλάτε πάνω από το κεφάλι μου και αφήστε με να διαβάσω. Δεν ξέρω τι θέλετε εσείς, όμως εδώ συμβαίνουν «πράματα και θάματα», όπως έλεγε ο παππούς στο Μετόχι , και δεν το πήρατε χαμπάρι.

Γράφω γραμματική, κλίνω ονόματα , δεν κάνω λάθη και δεν ξέρω πώς τα καταφέρνω!
Κλίνω ρήματα, γράφω εκθέσεις ,δεν κάνω λάθη και δεν ξέρω πώς!

«Μπράβο!», λέει ο δάσκαλος, κι εγώ ντρέπομαι.
Πώς τα ξέρω όλ’ αυτά; Αφού δεν διαβάζω. Και Ιστορία ξέρω. Και Θρησκευτικά. Κι όλη μέρα παίζω.
Τα έχω μέσα μου;

«Τα μαθαίνει απ’ την παράδοση», εξηγεί η μαμά.

«Θαύμα γίνεται», σκέφτομαι εγώ και δεν το πολυσυζητάω, γιατί έχω άλλη δουλειά.

Τραβάω από την τρακάδα με τα πολλά ξύλα, που βρίσκεται στην άκρη της αυλής, δύο μεγάλα και μακριά καυσόξυλα. Στη μία τους άκρη έχουν μια μικρή, γερή διχάλα. Τα κάνω ξυλοπόδαρα. Πατάω πάνω στις διχάλες, τα κρατάω γερά και περνάω με αυτά το ποτάμι. Κι άμα κατεβάσει νερά και φουσκώσει, δεν θα έχω κανένα εμπόδιο. Θα ανεβαίνω στα ξυλοπόδαρα και θα περνάω στην απέναντι όχθη, εκεί όπου είναι το σπίτι της Ευσταθίας. Είναι δική μας. Είναι εξαδέλφη μας. Μου δίνει παστοκύδωνο. Είναι καλή και μυρίζει κουλουράκια.
Κάθομαι κοντά της, σ’ ένα σκαμνάκι, και ακουμπάω πάνω της. Αν ήμουν γάτα, θα γουργούριζα.
Μπορεί να ξανάρθουμε σαν γάτες στη γη; Κάποιος από τη γειτονιά το ρώτησε.
«Θα ξανάρθουμε, όταν γίνει η Δευτέρα Παρουσία», λέω εγώ και το επιβεβαιώνω.
Το διάβασα στα βιβλία μου. Τι μαθαίνουμε τόσες ώρες στα θρανία; Να μη μπορούμε να παρηγορήσουμε και τη θειά-Γιώργαινα!
Είναι η μάνα της Ευσταθίας. Κλαίει όλη μέρα για τον γιο της που πέθανε χρόνια πριν, ενώ ήταν ακόμα νέο παλληκάρι.

«Θα τον ξαναδείς, μην κλαις! Θα συναντηθούμε όλοι στη Δευτέρα Παρουσία», της λέω. Και της το ξαναλέω, μέχρι να το καταλάβει καλά.

«Χρυσό μου στοματάκι, ο Θεός να σ’ ευλογεί!» μου απαντά και λάμπουν τα μάτια της.

Είμαι χαρούμενη. Τουλάχιστον για σήμερα δεν θα κλαίει.

Γυρίζω στο σπίτι και κρύβω τα ξυλοπόδαρα. Δεν θέλει και πολύ η γιαγιά να μου τα κάψει στο τζάκι. Για εκείνη είναι μόνο ξύλα. Για μένα, όμως, είναι τα πόδια που με σηκώνουν πάνω απ’ τη γη – και νικώ τα εμπόδια της φύσης.
*
Εδώ, στα Καμάρια, έχουμε μια μεγάλη αυλή με δύο πόρτες. Έχουμε κι ένα γομάρι που γέννησε κι έτσι αποκτήσαμε κι ένα μικρό γαϊδουράκι. Μεγαλώνει, ομορφαίνει κι απορεί! Σκέφτεται, αναρωτιέται και… αποφασίζει. Κι από τη στιγμή που αποφάσισε, λύθηκε κι η δική μας απορία: σε τι μας χρειάζεται η δεύτερη πόρτα, αυτή που βγάζει στη ρεματιά, πίσω από το σπίτι!
Την ανοίγουμε κι εκείνο, παίρνοντας φόρα, σκύβει το κεφάλι και τρέχει. Περνάει σίφουνας την πίσω πόρτα, κάνει τον γύρο της γειτονιάς τριποδίζοντας και -αναψοκοκκινισμένο από τη χαρά του- εισβάλλει στην αυλή από την μπροστινή πόρτα. Παραμερίζουν οι κότες, γρυλίζει η γουρούνα, βελάζει η γίδα, κι εγώ μετράω δυνατά: «Ένας γύρος τελείωσε!» Από μακριά ακούγεται πάλι ο καλπασμός του. Ο δεύτερος γύρος αρχίζει!

Φτάνει το γιόμα. Το ακούω να πλησιάζει ξανά απ’ την μπροστινή πόρτα… και ξαφνικά ο καλπασμός σβήνει. Οι κότες ησυχάζουν. Τρέχω στο παράθυρο και καταλαβαίνω γιατί.
Απέναντι, στου Θανάση το μαγαζί, οι άνθρωποι παραμερίζουν για να του κάνουν χώρο. Το μικρό μας γαϊδουράκι πλησιάζει. Αργά, κουρασμένα, ξεφυσώντας, μπαίνει μέσα στο μαγαζί και σωριάζεται καταμεσής στο πάτωμα. Κλείνει τα μάτια του και ξεφυσά πάλι, αποκαμωμένο απ’ την κούραση. Τόσους γύρους έκανε και σήμερα. Να μην ξεκουραστεί;

-Θανάση, φέρ’ του τώρα κι έναν καφέ! παραγγέλνουν γελώντας οι θαμώνες και το κοιτούν με αγάπη.
Να το διώξουν; Τι λες τώρα! Ένα μικρό, παλαβό γαϊδουράκι με μαύρα, μεγάλα μάτια, που ξεκουράζεται στα πόδια σου, δεν το διώχνεις εύκολα.
Ο ήλιος ανέβηκε. Οι θαμώνες σκορπίστηκαν. Εγώ είμαι ευτυχισμένη. Έχω ένα γαϊδουράκι δικό μου. Είμαστε ίσια στο μπόι. Έχει μια τούφα στο μέτωπο. Το φωνάζω και έρχεται κοντά μου. Και την πίσω πόρτα της αυλής την έχουμε για να ξεπορτίζω κι εγώ…
Η ρεματιά, βλέπεις, έχει όχθες που κατηφορίζουν. Στο υπόγειο του σπιτιού μας φυλάμε μαύρο ρετσίνι, σκληρό σαν πέτρα, σε κομμάτια. Παίρνω ένα μεγάλο, σκάβω μια λακκούβα στο χώμα της όχθης και το τοποθετώ μέσα. Ύστερα του βάζω φωτιά.

Καίγεται, και καθώς λειώνει σιγά σιγά, κυλάει στην κατηφόρα. Σκάβω το χώμα γύρω του και χαράζω αυλάκια. Το λειωμένο ρετσίνι τα διασχίζει σαν χρυσός χείμαρρος. Του ανοίγω κι άλλα περάσματα , δεξιά κι αριστερά. Πηχτό, πυκνό, κατεβαίνει, διακλαδίζεται, μοιράζεται. Το κατευθύνω. Χαράζω νέα αυλάκια κι αυτό υπακούει.

Τελειώνει το κομμάτι ρετσίνι. Η φλόγα σβήνει. Περιμένω να πήξει μέσα στ’ αυλάκια. Και… κοίτα να δεις! Τώρα που έπηξε και κρύωσε, παίρνει το σχήμα που του έδωσα. Το ανασηκώνω με προσοχή και το σηκώνω στο φως του ήλιου. Θέλω να γνωρίσω καλά το ανάγλυφο δημιούργημά μου. Ψάχνω το σχήμα του, μελετώ τη μορφή του, ανακαλύπτω τις λεπτές γραμμές του.

Την άλλη φορά θα το φτιάξω πιο όμορφο. Θα έχει έναν κύκλο, κι από ‘κει θα ξεκινούν οι γραμμές. Ίσως να προσθέσω και τρίγωνα με γωνίες… θα δούμε!

17η συνέχεια <———

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!