Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

22η συνέχεια

(Σύνδεση με το προηγούμενο:Η ίδια η ζωή έχει αναλάβει να μας παρηγορήσει για όσα τραβήξαμε στις σκοτεινές εποχές της Διαμάχης στην πατρίδα μας! Η ίδια η ζωή που αδιαφορεί για τις ανθρώπινες εκτιμήσεις και χαρίζει τα δώρα της ανταμοιβής για όσους δεν πρόδωσαν τις αξίες τους)

ΝΕΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΖΩΗΣ

Οι ρεματιές έχουν βατόμουρα. Ο πλάτανος μοσχοβολά. Ο Μήτρος έκλεψε ένα αυγό.

Το λένε τα παιδιά που στέκονται μπροστά στον δάσκαλο και περιμένουν. Τι θα πει; Τι θα κάνει;

” Μήτρο, τι έκανες; Εσύ θα μας πεις”, αποφασίζει ο δάσκαλος.

” Όχι, κύριε, δεν το έκλεψα. Το… το πήρα. Ήταν… δεν ήταν σε φωλιά. Αφού δεν ήταν σε φωλιά, δεν ήταν κανενός, και το πήρα! ”

-“Πάμε, λοιπόν, να μας δείξεις πού ήταν το αυγό”, λέει με ήρεμη φωνή ο δάσκαλος.

Και ξεκινάμε όλοι μαζί, κομπανία. Μπροστά ο Μήτρος, πίσω ο δάσκαλος και πιο πίσω εμείς, δηλαδή τα παιδιά. Η κομπανία περνά μέσα από το χωριό, βγαίνει στα χωράφια, προσπερνά τους θάμνους με τα σκίνα και… φτάνουμε στα βράχια.

” Εδώ ήταν!”, δείχνει ο Μήτρος την κατηφόρα που ανοίγεται κάτω απ’ τα βράχια.

Σκύβει ο δάσκαλος, σκύβουν και τα παιδιά. Κοιτάζουν τη σάρα που απλώνεται στο βάθος, κάτω απ’ τα πόδια τους.

” Δηλαδή, Μήτρο, η κότα βγήκε απ’ το κοτέτσι, έκανε μια εκδρομή και αποφάσισε να γεννήσει το αυγό της πάνω σε τούτη τη σάρα! Και το αυγό δεν κατρακύλησε στη χαράδρα… Στάθηκε και περίμενε να το πάρεις εσύ!”

Ο δάσκαλος σώπασε. Τα παιδιά κυλίστηκαν στο θερισμένο χορτάρι. Τα γέλια τους ακούστηκαν ως κάτω στη ρεματιά.

” Ε, καλά, κύριε… Δεν είμαστε στο σχολείο… καλοκαίρι είναι!”, κλαψούρισε ο Μήτρος.

Με χαμένη υπόληψη και να παλεύεις ολομόναχος για να κάνεις το ψέμα σου αλήθεια… Βουνό το πράγμα, καημένε μου Μήτρο!

“Το σχολείο σου λέει να μην κλέβεις, διότι η κλεψιά είναι ατιμία. Και η τιμιότητα, Μήτρο, δεν κάνει διακοπές, μαζί με τα σχολεία. Κρατάει χειμώνα – καλοκαίρι. Κατάλαβες;”

” Κατάλαβα, κύριε”, απάντησε ο Μήτρος.

Και όλοι μαζί γυρίσαμε πάλι στο χωριό.

Πόσο αξίζει ένα αυγό; Όσο τα εκατό δράμια ζάχαρη. Έτσι λέει το μπακάλικο κι έτσι κυλά η συναλλαγή στο χωριό: δίνεις – παίρνεις. Κι αν δώσεις δύο αυγά, μπορεί να λάβεις και λουκούμια. Δεν ξέρω ακριβώς… μπορεί… γιατί εμένα τα λουκούμια μού τα φέρνει ο πατέρας. Παίζει στο καφενείο μια παρτίδα “ξερή” και μου φέρνει το κέρδος: λουκουμάκι στο χαρτί.

Κι αν συνεχίσει έτσι, δεν θα είναι πια δάσκαλος αλλά γεωργός – μπορεί και γεωπόνος! Παίζει “ξερή”, κουβεντιάζει με τους αγρότες και τους δίνει συμβουλές για τα χωράφια και τις καλλιέργειές τους. Πώς να αραιώνουν το καλαμπόκι, για να γίνεται εύρωστος ο καρπός, και διάφορα τέτοια…

«Και πού τα ξέρεις εσύ, δάσκαλε, αυτά τα πράματα; Γεωπόνος είσαι;», τον ρωτούν με απορία.

Ο πατέρας δεν απαντά σ’ αυτή την ερώτηση. Φαίνεται σαν κάτι να σκέφτεται, σαν κάτι να θυμάται – και σαν να λυπάται. Σίγουρα φέρνει στο νου του τα χωράφια του στα Καμάρια, λίγα στρέμματα κοντά στον Ξηριά… κι αναστενάζει.

Μα όταν ο κυρ-Μήτσος, ο βοσκός με τα γίδια, του έφερε τον «κεραυνό», όπως τον αποκάλεσε, και τον ακούμπησε στο χέρι του, τότε ο πατέρας μίλησε.

«Μήτσο – κι εσείς όλοι – δεν είναι κεραυνός αυτή η πέτρα.»

Εκείνη τη στιγμή, ο Κώστας ο μαγαζάτορας, φλίταρε βιαστικά με την τρόμπα τις μύγες που ζουζούνιζαν μέσα στο μαγαζί, ακούμπησε την τρόμπα στον πάγκο και πήρε θέση στο τραπέζι. Αυτός ο δάσκαλος όλο και κάτι παράξενο είχε να τους πει και με άλλες εξηγήσεις απ΄αυτά που ήξεραν.

«Τι μου λες, δάσκαλε!» κοκκίνισε ο κυρ-Μήτσος. «Τον είδα με τα μάτια μου! Η βροντή τράνταξε τη γη, το πεύκο σκίστηκε στα δύο. Ύστερα από καιρό, βρήκα αυτόν εδώ τον κεραυνό! Ήταν χωμένος στο χώμα, κοντά στη ρίζα του πεύκου!»

«Ο κεραυνός είναι ηλεκτρισμός, Μήτσο. Χώνεται στο έδαφος και σπάει ακόμη και τις πέτρες. Η δύναμη της τριβής τις λειαίνει, τις γυαλίζει και γίνονται όπως αυτή εδώ. Δεν είναι ο κεραυνός αυτή η πέτρα!»

Το μαγαζί άρχισε σιγά σιγά να αδειάζει. Όχι απότομα – ένας ένας σηκώνονταν κι έφευγαν. Σαν να μην ήθελαν ν’ ακούσουν άλλα. Ακούς εκεί… ηλεκτρισμός, σύννεφα και άπιαστα πράματα! Αυτοί κρατούσαν τον κεραυνό στο χέρι: αληθινό, σκληρό, βαρύ. Τον άγγιζαν, τον ένιωθαν, τον έβλεπαν! Ήταν αυτή η παράξενη πέτρα.

Ο δάσκαλος – εντάξει – έμαθε γράμματα… αλλά άλλο τα γράμματα κι άλλο τα πράματα, που τα ξέρουμε από πάππου προς πάππου.

Τα ανείπωτα λόγια τους ταξίδευαν στον αέρα, γίνονταν κουτσομπολιά και έφταναν στ’ αυτιά μας.

«Ν’ αρπάξεις τα δίκαννα, να ρίξεις μια μπαταριά στον αέρα, να διαλύσεις τα “πάππου προς πάππου”! Έτσι, για να σωθεί αυτός ο τόπος από την αμάθεια – κι ας σε πουν τρελό!» μονολογούσε ο πατέρας.

«Για τ’ όνομα του Θεού, μη μιλάς! Δεν φτάνουν όσα τραβήξαμε; Θα πουν πως θέλεις να κάνεις επανάσταση!» του έκλεισε το στόμα με την παλάμη της η μητέρα.

«Για Παιδεία μιλάω! Για Παιδεία και για Γνώση – πάνω απ’ όλα και στην πρώτη γραμμή!» της απάντησε.

Βγήκα βιαστικά απ’ το δωμάτιο και μπήκα στην άλλη αίθουσα. Άνοιξα το λεξικό και διάβασα:

«Αμάθεια – αμαθής» και από κοντά τα συνώνυμα: «αδίδακτος – αφώτιστος» και λοιπά, και λοιπά…

Κι όμως… η κυρα-Μαρία ήξερε τόσα πολλά. Τόσα καλά και χρήσιμα – κι ας ήταν αγράμματη. Ήξερε τόσες ιστορίες! Τις έλεγε τα βράδια στα νυχτέρια, και όλοι την άκουγαν με το στόμα ανοιχτό.

Ο πατέρας έφερε λαγό. Είναι ευχαριστημένος από τη ζωή του. Έχει πάλι το σχολείο του, τις βόλτες στο βουνό, τους λαγούς και το όπλο του. Έχει και τη λάμπα του – αλλά είναι και δική μου. Είναι η λάμπα με το στρογγυλό γυαλί και το χάλκινο χρώμα. Το φως της είναι και δικό μου. Η μητέρα τη γεμίζει με πετρέλαιο κάθε μέρα.

Τη βάζουμε πάνω στην έδρα του δασκάλου, στην αίθουσα διδασκαλίας, και τη φωτίζει ολόκληρη. Εκεί καθόμαστε τις ώρες που δεν γίνεται μάθημα. Τι να κάνουμε στο δωμάτιο με το μικρό χωλ, που είναι η «κατοικία του δασκάλου»; Η αίθουσα, τα θρανία και η έδρα μαζί, είναι το σπίτι μας! Από ‘κει, στην «κατοικία», που λέγαμε, πάμε μόνο για ύπνο.

Ο πατέρας κάθεται στην έδρα του – τέλος πάντων, ας την πούμε «γραφείο» για τα βράδια. Εγώ έχω το θρανίο μου για γραφείο, και ό,τι θέλω κάνω. Ζωγραφίζω, διαβάζω, ψάχνω στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου κι ανακαλύπτω βιβλία: Βίκτωρ Ουγκώ, Ρουσσώ, Παπανούτσο, Φρόυντ, Εγκυκλοπαίδεια «ΗΛΙΟΣ» και πολλά άλλα

Μαντάρα έγινε το κεφάλι μου. Πολύ φοβάμαι πως δεν χωράει τίποτα άλλο στο μυαλό μου πια… Ένα ολόκληρο βράδυ διάβαζα το βιβλίο του Παπανούτσου και δεν κατάλαβα λέξη.

Αποφασίζω να κάνω επανάληψη. Κάθομαι απέναντι από τη μητέρα και της λέω όσα κατάλαβα , όπως τα κατάλαβα.

Έχει κι εκείνη το δικό της τραπέζι στην αίθουσα, κάτω από το παράθυρο. Όταν δεν έχουμε μάθημα, είναι η γωνίτσα της. Κάθομαι αντικριστά, στο θρανίο μου, και της εξηγώ.

Αυτά που έμαθα τελευταία είναι η ζωή του Μπετόβεν, του Μότσαρτ, του Σοπέν, και πολλών ακόμη που έγραφαν μουσική. Τους ανακάλυψα στην εγκυκλοπαίδεια. Πήρα κι ένα μπλοκάκι από το συρτάρι του πατέρα και έγραψα μια μικρή περίληψη για τον καθέναν. Έτσι θα τους έχω κοντά μου , στην τσέπη μου. Μου άρεσε πολύ! Η ζωή τους, θέλω να πω… μου άρεσε πολύ.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά όταν διάβαζα για τις συγκεντρώσεις του Σούμπερτ στη σοφίτα του – που τις ονόμασαν «Σουμπερτιάδες» – και για το πιάνο του Μότσαρτ, κάτι χοροπηδούσε μέσα μου. Χοροπηδούσε και με λαχάνιαζε.

«Μαμά, κάτσε κάτω να σου πω τη συνέχεια!» φώναζα δυνατά. Τότε η μητέρα έπαιρνε το πλεκτό της, καθόταν στο τραπέζι της και με άκουγε.

«Λοιπόν, το θέμα επείγει. Πρέπει να κατέβω στη Χαλκίδα!» μας ανακοίνωσε ο πατέρας μια μέρα, που με είδε πάλι να προσπαθώ να διαβάσω Ρουσσώ.

Πρέπει. Κι όταν λέει ο πατέρας πρέπει, εσύ – το μικρό – δεν ρωτάς.

Έφυγε πρωί, με τα χαράματα. Το απόβραδο γύρισε. Τι κρατούσε στο χέρι; Ένα μεγάλο τόπι με χρώματα κι ένα βιβλίο. Βιβλίο για μένα. Δικό μου. Καταδικό μου. Ολοδικό μου. Τα παραμύθια του Άντερσεν.

«Θα σου φέρνω βιβλία για την ηλικία σου, από τη Χαλκίδα. Δεν είναι για σένα αυτά που διαβάζεις. Όταν μεγαλώσεις, θα τα καταλαβαίνεις», μου είπε.

Έτσι μου είπε; Ή μου φάνηκε; Δεν ξέρω πια. Ούτε ξέρω αν έχουμε καλοκαίρι.

«Θα στραβωθεί αυτό το παιδί! Βγες έξω στον ήλιο, παιδάκι μου! Τι κακό σου έκανε ο πατέρας σου μ’ αυτό το βιβλίο;» φωνάζει από την αυλή η κυρά-Παναγιού.

Το διάβασα. Το ξαναδιάβασα. Το ξαναδιάβασα.

Κι όταν έβαλα όλα τα παραμύθια μέσα μου – στην καρδιά μου και στο μυαλό μου – άρχισαν να με στριμώχνουν. Δεν χωρούσαν. Ήθελαν να βγουν!

Εντάξει λοιπόν. Πήρα μια φέτα ψωμί με βούτυρο και μέλι και βγήκα στο πλατύσκαλο. Σε λίγο, η αυλή γέμισε παιδιά.

Εκείνο το βράδυ έμαθαν για το «Ασχημόπαπο» και για μια μακρινή χώρα που τη λένε Δανία. Που παγώνει ολόκληρη τον χειμώνα. Και έχει κύκνους.

Ουφ. Ησύχασα. Τους τα είπα όλα. Όλα όσα ήξερα πια.

Άμα τα κατάλαβαν, εντάξει. Αλλιώς, θα έρθουν αύριο να τους τα ξαναπώ.

21η συνέχεια <———

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Exit mobile version