Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
25η συνέχεια
(Σύνδεση με το θέμα: Χωρίς πολλά λόγια καταγράφεται: ο πρώτος σχολικός ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ έγινε στο σχολείο μας!
Και προχωράμε…)
***
Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΜΑΣ & Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΟΥ ΕΡΩΤΑΣ
Έγινε κι ο «Συνεταιρισμός». Άγνωστη κατάσταση για όλους μας, κι όμως ξεκίνησε με… εκλογές. «Τώρα θα γίνουμε σαν κοινότητα. Θα ’χουμε και Πρόεδρο!» καμαρώνουν τα παιδιά. Δεν ξέρουμε ακόμα αν οι εκλογές έχουν χαρά, αλλά σίγουρα έχουν… κίνηση! Κατάλογοι, χαρτιά, ψηφοφορία. Όπως μας καθοδηγούσε ο δάσκαλος, έτσι κάναμε. Βγάλαμε Πρόεδρο, Γραμματέα και Ταμία. Πήραν στα χέρια τους χαρτιά, οδηγίες, κι από την άλλη μέρα όλοι είχαμε μάθει πως όποιος συμμετέχει στον συνεταιρισμό είναι συνεταίρος — που πάει να πει… «κολίγας».
«Αφεντάδες θα κάνεις τους μαθητές σου, δάσκαλε;» ρώτησε ο πρόεδρος της κοινότητας. «Όχι, πρόεδρε. Συναδέλφους και συνεργάτες τους μαθαίνω να είναι», απάντησε ο πατέρας. «Και ποιος είναι ο σκοπός σας;» ξαναρώτησε ο πρόεδρος. «Να μη μας σκλαβώνουν οι ελλείψεις μας. Δεν μας αρέσει η κακομοιριά, πρόεδρε — και την πολεμάμε με τα ίδια μας τα χέρια».
Ένα χρόνο μετά, γιορτάσαμε την επέτειο του Συνεταιρισμού. Ανοίξαμε τις πόρτες του σχολείου για να έρθουν οι γονείς και να καμαρώσουν τα παιδιά τους και το έργο τους. Όλα αυτά, τα είχαν καταφέρει μόνα τους. Τώρα οι τοίχοι του σχολείου δεν ήταν πια γυμνοί. Μεγάλες φωτογραφίες, πορτραίτα των ηρώων μας σε καλοβαλμένα κάδρα, στόλιζαν την αίθουσα, μαζί με γεωφυσικούς και πολιτικούς χάρτες. Η βιβλιοθήκη μας είχε γεμίσει βιβλία. Είχαμε αγοράσει σχολική εγκυκλοπαίδεια, μια μεγάλη ξυλόσομπα για να ζεσταίνεται η αίθουσα και στο ταμείο υπήρχε και περίσσευμα!
Οι γονείς κάθισαν στα θρανία, τους κεράσαμε λουκούμι — μα κανείς τους δεν ρώτησε πώς τα καταφέραμε. Ήξεραν όλοι! Είχαν δει τα παιδιά τους να φέρνουν κάθε μέρα στο σχολείο από ένα καυσόξυλο. Κι όταν πήγαιναν οι ίδιοι στο δάσος για τις δουλειές τους, είχαν στον νου να μαζεύουν κι από κανένα πτίκι. Σωρός μαζεύτηκαν τα πτίκια για προσάναμμα. Η τρακάδα με τα ξύλα όλο και μεγάλωνε.
Ο δάσκαλος έκανε συμφωνία με τον έμπορο που αγόραζε καυσόξυλα από τους χωρικούς — και που αγόραζε τώρα και τα δικά μας.
Έτσι ήρθε η ώρα που έπρεπε οπωσδήποτε να κατέβει ο δάσκαλος στη Χαλκίδα. Ο πρόεδρος, ο γραμματέας και ο ταμίας του σχολικού συνεταιρισμού κουβέντιασαν μαζί του και του υπέγραψαν ένα ποσό από το ταμείο. Μ’ αυτά τα χρήματα, θα έφερνε από τη Χαλκίδα τα απαραίτητα για να φτιάξουμε φυτώριο: ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές.
Όλα θα τα έβρισκαν οι χωριανοί στο σχολείο μας. Θα αγόραζαν ό,τι χρειάζονταν από μας. Θα φύτευαν στους κήπους τους και δεν θα είχαν ανάγκη να κατεβαίνουν κάθε τόσο στη Χαλκίδα. Όσο για τις τιμές… πολύ καλύτερες απ’ της πόλης! Κανείς δεν μας το είχε πει μέχρι τότε, πως το σχολείο μπορεί να γίνει η καρδιά ενός τόπου. Μα τώρα το βλέπαμε να γίνεται! Ένα σχολείο σαν μία καρδιά που χτυπά δυνατά, όχι μόνο για γράμματα, μα και για συνεργασία, για δημιουργική φαντασία, για πράξεις. Κάθε μικρό μας βήμα ήταν κι ένας τρόπος να πατήσουμε πάνω στην κάθε μας έλλειψη και να τη μετατρέψουμε σε δημιουργία. Κι εκεί που άλλοτε υπήρχε σιωπή και φτώχεια, τώρα υπήρχε φωνή και συλλογικότητα.
Σωστά; Σωστά! Και η δουλειά, δουλειά. Κι η σχόλη, χαρά! Γιατί, την ημέρα που ο πατέρας κατέβαινε στη Χαλκίδα, εμείς, τα παιδιά, δεν χωρίζαμε. Η μεγάλη σόμπα στην αίθουσα έκαιγε από το πρωί. Στρωνόμασταν γύρω της και σπάζαμε καρύδια. Όλοι; Ε, όσοι ήθελαν και δεν είχαν άλλες δουλειές. Όσοι ήθελαν να περάσουν τις ώρες τους με συντροφιά το διάβασμα και τις ιστορίες.
Όταν χιόνιζε, καθόμασταν στο μεγάλο περβάζι των παραθύρων και χαζεύαμε τις νυφάδες του χιονιού. Κοίταζα κι εγώ ψηλά—πολύ ψηλά, όσο έφτανε το μάτι. Κι αν μπορούσα, θα έσκιζα την άπιαστη, κατάλευκη μάζα, για να φτάσω πιο πάνω. Να δω τι υπάρχει από την άλλη μεριά του ουρανού.
«Ο Θεός κυλάει τα βαρέλια του και μας ρίχνει βροχή. Ύστερα τη φυσάει δυνατά και την κάνει χιόνι», μας εξηγούσε ο Βασίλης ο Κούκουρας, συμμαθητής μας. Είχε πολλές αδελφές και του έλεγαν πολλές ιστορίες.
Τις ώρες εκείνες, η μητέρα έδειχνε στα κορίτσια πώς γίνεται η σταυροβελονιά — για να κεντήσουν ό,τι ήθελαν.
Εγώ, πάλι, ήθελα να ήμουν τσιγγάνα. Να ζω σ’ ένα τσαντίρι και να ταξιδεύω σ’ όλο τον κόσμο.
«Μην είσαι χαζή! Στο τσαντίρι κάνει κρύο!», με συμβουλεύει η Φώτω.
«Μα τους αρέσει η μουσική, Φώτω! Ξέρεις πώς αγάπησαν οι τσιγγάνοι το βιολί;»
— Εμπρός, μαρς! Σταματήστε ό,τι κάνετε! Θα σας πω μια ιστορία.
Η πόρτα της αίθουσας ανοίγει. Ένα από τα μικρά του σχολείου μπαίνει μέσα, κρατώντας μια φέτα ζυμωτό ψωμί αλειμμένη με λάδι και ζάχαρη. Κάθεται σιγά-σιγά κοντά μας, χωρίς να μιλήσει, και ακούει. Ακούει μαζί μας την ιστορία με τους τσιγγάνους και το βιολί — που την είχα διαβάσει σ’ ένα από τα περιοδικά του πατέρα μου.
Εκείνον τον χειμώνα πέρασε απ’ το χωριό μας κι ο Ηρακλής, ο γύφτος. Καλός γανωτής. Είχε γυναίκα, πολλά παιδιά — και φορούσε ψηλοτάκουνα παπούτσια! Στο διπλανό χωριό τον πλήρωσαν με λάδι, ψωμί και παπούτσια… γυναικεία! Ε, δεν θα σκάσει κιόλας! Φοράει τα ψηλοτάκουνα ο Ηρακλής και δεν πατάει με γυμνά πόδια στις λάσπες.
Μεσ’ στο τσαντίρι μου βρέχει, όλο βρέχει… άδεια η τσέπη μου, φράγκο δεν έχει!
Μεσ’ στο τσαντίρι μου στάζει, όλο στάζει… ρίχνει ψιλή βροχή, ρίχνει χαλάζι!
Βαρέθηκα μόνη μου και τραγουδάω. Η κάθε λέξη κατεβαίνει μέσα στην ψυχή μου και της δίνει στροφές.
Η μητέρα ανοίγει την πόρτα και σέρνει μαζί της —με το ζόρι σχεδόν— ένα γυφτάκι, που έτρεμε απ’ το κρύο, και το βάζει να καθίσει κοντά στη σόμπα. «Τι έκανες κάτω απ’ το παράθυρο, κοριτσάκι μου, με τέτοιο χιονιά;» το ρωτάει. «Το τραγούδι, καλέ κυρία… αυτό το τραγούδι… το άκουγα γιατί μου άρεσε πολύ!», απαντά σαν μαγεμένο.
Του δώσαμε μια παλιά μου ζακέτα και ένα πιάτο φαγητό. Εκείνο με κοίταζε — όλο με κοίταζε. Κι ο θαυμασμός ξεχείλιζε από τα μάτια του. Ένιωθα τόσο παράξενα! Δεν ήξερα τι να κάνω…
Για μέρες δεν τραγούδησα. Δηλαδή, δεν τραγούδησα δυνατά, με όλη την ψυχή μου. Τραγουδούσα σιγά-σιγά, προσπαθώντας ν’ ακούσω τη φωνή μου με τ’ αυτιά μου. Ήθελα να καταλάβω τι ήταν αυτό που έκανε τη μικρή τσιγγάνα να με κοιτάζει έτσι.
Όμως… όταν τραγουδούσα με την ψυχή μου, ήταν αλλιώς. Ήταν μόνο για μένα. Κι αυτό που ήταν για μένα και μου άρεσε… μάγευε κι εκείνη;
Για πρώτη φορά ένιωθα μέσα μου ένα παράξενο συναίσθημα. Ήθελα να κλάψω — όχι από λύπη, αλλά από μεγάλη και άγνωστη χαρά.
Και τότε κατάλαβα… Υπάρχουν πράγματα που δεν μαθαίνονται στα βιβλία, ούτε διδάσκονται από τους μεγάλους. Έρχονται μόνο όταν μια φωνή, ένα τραγούδι, ένα βλέμμα, γίνεται γέφυρα ανάμεσα σε δυο ψυχές. Την ώρα εκείνη δεν ήξερα αν θα γίνω τραγουδίστρια, δασκάλα ή τσιγγάνα. Μα ένιωθα, για πρώτη φορά, πως είχα κάτι μέσα μου που μπορούσε να αγγίξει κάποιον άλλον και να τον ζεστάνει. Ίσως κι αυτό να ήταν μια αρχή.
— Συνεχίζεται
***
Και τώρα… είμαι ερωτευμένη. Όπως η Ήρα με τον Δία. Όπως ο Απόλλωνας με τη Δάφνη. Όπως η Άλκηστις με τον Άδμητο. Τρώω κουταλιές την αμβροσία μου και εύχομαι να κοκκινίσουν τα μάγουλά μου, για να του αρέσω. «Αν τρως τόσο πολύ μέλι κάθε φορά, θα σε πονέσει η κοιλιά σου!» φωνάζει η μαμά από πάνω μου. Κοίτα την… μ’ ανακάλυψε πάλι! Πώς το ξέρει κάθε φορά ότι είμαι κάτω απ’ το τραπέζι; Το τραπεζομάντηλο φτάνει ως το πάτωμα και με σκεπάζει ολόκληρη. Κάθομαι σταυροπόδι, ανοίγω τη μεγάλη κατσαρόλα που είναι γεμάτη με τις κερήθρες και ξεχνάω τη γη. Καταπίνω το μέλι και το ομολογώ: τον αγαπάω!
Το ξέρω καλά πως θα συναντηθούμε μια μέρα. Θα κάθομαι κάτω από ένα δέντρο δίπλα του… ή κοντά του… δεν έχει τόση σημασία. Στον Παράδεισο θα είμαστε, έτσι κι αλλιώς. Θα τον κοιτάζω, θα τον κοιτάζω… εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν!
Ο ήρωας Αχιλλέας είναι αυτός, με τα ξανθά του μαλλιά. Το γράφει το νέο μου βιβλίο. Περνάει και γονατίζει η γη. Παραμερίστε, θνητοί! Θα τον χωρέσει η πλάση; Δεν είναι ήρωας… είναι θεός — έστω, ημίθεος. Η πανοπλία του, η γαλάζια, είναι δύναμη. Τα μάτια του, τα γαλάζια, είναι φως. Τα μακριά του μαλλιά, είναι η αγάπη.
Γυρίζω σελίδα και διαβάζω τη συνέχεια… σύναξη κάνουν οι αθάνατοι πάνω στον Όλυμπο. Η μοίρα ορίζει. Η σαΐτα χτυπά. «Αχίλλειος πτέρνα» γράφουν τα γράμματα. Έτσι δεν γράφουν; Δεν βλέπω καλά. Τα μάτια μου έχουν θολώσει από τα δάκρυα.
Μαζεύω το βιβλίο μου, μαζεύω τις σελίδες του, μαζεύω την πονεμένη ψυχή μου και παίρνω δρόμο. Ψάχνω για τη φιλενάδα μου. Τη βρίσκω στο κοτέτσι τους, να ταΐζει τις κότες.
“Φώτωωω!”, φωνάζω, κλαίγοντας.
Τρέχει κοντά μου.
“Είσαι άρρωστη;”, με ρωτάει γεμάτη αγωνία.
“Φώτωωω! Ο Αχιλλέας πέθανε! Τον σκότωσε ο Πάρις!”, της λέω με λυγμούς και της δείχνω το βιβλίο της μυθολογίας με πόνο.
Αγκαλιαζόμαστε και κλαίμε ώρα μαζί. Ύστερα, μπαίνει στο κοτέτσι και φέρνει δύο αυγά.
“Έλα να φάμε παρέα. Η μάνα μου ζύμωσε σήμερα”, μου λέει και με τραβάει από το χέρι.
Πηδάμε μέσα στο σπίτι της από το παράθυρο. Είναι πιο βολικά έτσι, απ’ το να κάνεις τον γύρο και να μπαίνεις από την πόρτα.
Τηγανίζουμε τ’ αυγά και κόβουμε το ζεστό ψωμί. Τρώμε και δεν μιλάμε πολύ.
