Γράφει η *Μαρία Σταυρίδου
Χαμένος
Χάθηκε ο ήλιος από τον ορίζοντα
Στέρεψε η θάλασσα από τη ματιά
Μαράθηκαν τα όνειρα δίπλα στα πουλιά
Ασχήμαινε ο κόσμος όλος
που πάλευα τόσα χρόνια ν΄ αποδεχθώ,
να γίνω κομμάτι του,
να γίνω μια γραφική φιγούρα στο περιθώριο του.
Ποιό νόημα να δώσεις σ΄αυτήν τη σκληρή τιμωρία
που έμελλε να νιώσω πάνω στα κύτταρα της καρδιάς μου;
Απόμεινα ξαφνικά μια δανεική φιγούρα
ανάμεσα σε σπασμένα παιχνίδια,
σε μαθημένα λουλούδια,
σε βρωμιές που άφησαν πίσω τους τ΄ αποδημητικά.
Είναι αδύνατο να σηκώσω το βλέμμα ψηλά…
Φοβάμαι ν΄ αντικρύσω τη φρίκη της ζωής μου
Μια μουδιασμένη απελπισία που φοβάται να ξεσπάσει,
που λαχταράει να ουρλιάξει
που παίζει κρυφτούλι με την τρέλα και δυο ορφανά γατιά,
έχει στηθεί στη γωνιά και με περιμένει…
Γύρω μου σκιές που πετάνε ψηλά,
που πετάνε χαμηλά,
που απλώνουν φτερά,
που προσπαθούν απεγνωσμένα να με τρομάξουν.
Γελοία υποκείμενα
που δεν έχουν τη δυνατότητα να νιώσουν τον χαμό μου…
Μόνο ένας ψίθυρος μ΄ ανατριχιάζει… και τώρα τι;
Ποιός θα τολμήσει να μου πει
πως αυτό που απόμεινε είναι ζωή;
Ποιός θα τολμήσει να μου υπαγορεύσει
τους κανόνες για τη διαδρομή;
Τόση ασχήμια πως θα την αντέξεις άραγε ψυχή μου;
Πως θα σταθείς ν΄αποχαιρετήσεις την ελπίδα;
Που θα βρεις το κουράγιο να ρίξεις το χώμα
που δικαιωματικά θα κρατάει πια στα ζεστά,
την ίδια σου την καρδιά;
Χαμένος… μέσα στην ίδια τη ζωή
που μου στέρησε τον λόγο της ύπαρξης μου…
