Κι όμως απόψε το νιώθω.
Στέκεται απέναντί μου
σαν παλιός αντίπαλος
που ξέρει όλες τις αδυναμίες μου
επειδή τις έμαθε από μένα.
Μου μιλάει με τη φωνή
όσων δεν έμειναν.
Με τη φωνή των “δεν μπορώ”
που φόρεσαν κοστούμι λογικής.
Με τη φωνή εκείνης της ντροπής
που σου ψιθυρίζει
πως δεν αξίζει να ζητήσεις,
πως δεν αξίζει να ελπίσεις,
πως η αγάπη είναι ρίσκο
και το ρίσκο πονάει.
Και σχεδόν το πιστεύω.
Γιατί το σκοτάδι έχει ένα ταλέντο:
ξέρει να σου δείχνει
μόνο ό,τι χάθηκε.
Να σε βάζει να μετράς
απουσίες
και να ξεχνάς
ότι κάποτε υπήρξες ολόκληρος.
Αλλά στο χειμερινό ηλιοστάσιο
συμβαίνει το παράδοξο:
η νύχτα φτάνει στο πιο βαθύ της σημείο
κι εκεί, ακριβώς εκεί,
σκοντάφτει πάνω στο όριό της.
Σαν να μην αντέχει άλλο
να προσποιείται πως είναι αιώνια.
Και τότε εμφανίζεται το φως.
Όχι σαν ήρωας.
Σαν αλήθεια.
Δεν μπαίνει με φωνές.
Μπαίνει με μια σπίθα
που δεν έχει τίποτα εντυπωσιακό—
μόνο επιμονή.
Μια μικρή φωτιά
που δεν ζητάει να την πιστέψεις,
σε προκαλεί μόνο να την πλησιάσεις.
Το σκοτάδι γελάει:
“τόσο λίγο;”
Κι όμως αυτό το “λίγο”
είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα για τη νύχτα.
Γιατί μια σπίθα
δεν υπογράφει συμβόλαια με τον φόβο.
Ανάβει.
Και μόλις ανάψει,
η μάχη αρχίζει.
Το σκοτάδι φέρνει μπροστά
ό,τι με πονάει:
τις φορές που δεν με διάλεξαν,
τις φορές που έδωσα
και γύρισα άδειος,
τις φορές που είπα “σ’ αγαπώ”
και η σιωπή απάντησε.
Το φως δεν τα αρνείται.
Δεν τα σβήνει.
Τα φωτίζει.
Και αυτό είναι η νίκη του:
ότι δεν χρειάζεται να πει “δεν συνέβη”.
Λέει “συνέβη,
και είσαι ακόμη εδώ”.
Το σκοτάδι μου δείχνει
τις ρωγμές μου
σαν απόδειξη ότι είμαι λαβωμένος.
Το φως μου δείχνει τις ίδιες ρωγμές
και τις κάνει πέρασμα.
Μου λέει:
“από εδώ μπαίνει η αγάπη”.
Και τότε καταλαβαίνω κάτι
που φοβόμουν να δω:
ότι η αγάπη δεν είναι μόνο προς τους άλλους.
Είναι και προς εμένα.
Είναι το να επιστρέφω
σε μένα
χωρίς να με τιμωρώ.
Είναι το να σταματήσω
να ζητάω άδεια για να υπάρξω.
Το σκοτάδι προσπαθεί ξανά:
μου θυμίζει ξανά και ξανά
όλες τις φορές που δεν ήμουν αρκετός.
Το φως δεν μου λέει
“είσαι τέλειος”.
Μου λέει κάτι πιο αληθινό:
“είσαι άνθρωπος.
κι αυτό φτάνει για να αξίζεις”.
Κι έτσι, αντί να τρέξω έξω,
γυρίζω προς τα μέσα.
Σαν να κατεβαίνω σκαλιά
σε ένα σπίτι που είχα κλειδώσει χρόνια.
Στους τοίχους υπάρχουν τα παλιά μου πρόσωπα.
Τα κοιτάζω ένα ένα.
Και δεν ντρέπομαι πια.
Ανοίγω την πόρτα
στον εαυτό που φοβήθηκε,
στον εαυτό που περίμενε,
στον εαυτό που αγάπησε χωρίς εγγύηση.
Τον παίρνω αγκαλιά.
Και τότε το σκοτάδι χάνει κάτι:
χάνει την εξουσία του πάνω μου.
Γιατί το σκοτάδι
τρέφεται από εγκατάλειψη.
Κι εγώ μόλις σταμάτησα
να με εγκαταλείπω.
Στο ηλιοστάσιο
το φως δεν νικά επειδή είναι δυνατότερο.
Νικά επειδή επιστρέφει.
Επιστρέφει κάθε φορά
που λες την αλήθεια,
έστω κι αν τρέμει η φωνή σου.
Επιστρέφει κάθε φορά
που βάζεις ένα όριο
και δεν ζητάς συγγνώμη γι’ αυτό.
Επιστρέφει κάθε φορά
που διαλέγεις να αγαπήσεις
χωρίς να αυτοκαταστραφείς.
Επιστρέφει κάθε φορά
που θυμάσαι
πως η καρδιά σου δεν είναι πεδίο μάχης—
είναι πατρίδα.
Κι έτσι,
στην πιο μεγάλη νύχτα του χρόνου,
η νίκη δεν είναι θρίαμβος.
Είναι μια στροφή.
Μια στροφή προς τα μέσα.
Και όταν ξημερώσει,
δεν θα πω
“το σκοτάδι έφυγε”.
Θα πω:
“το φως γύρισε.
κι εγώ γύρισα μαζί του.”