Γράφει ο Σίμος Ιωσηφίδης
Η Εποποιία της Εκμηδένισης
Επάγγελμα Ρεπόρτερ του Μικελάντζελο Αντονιόνι (1975)
Ιταλία. Μια κατεστραμμένη χώρα. Οι κάτοικοι ζητούν επίμονα να ορθοποδήσουν κατόπιν δύο Παγκοσμίων Πολέμων που προηγήθηκαν. Σαν να μην έφτανε αυτό, η μάχη που δίνεται για τον απεγκλωβισμό από το απολυταρχικό καθεστώς είναι τιτάνια και εξουθενωτική. Η οικονομική ανέχεια απλώνεται σε όλη την χώρα και η ανάγκη για επιβίωση αποτελεί την μία και μόνη παράμετρο για τους κατοίκους.
Ιδού ο σεναριακός καμβάς στήριξης των πρώτων ταινιών του Αντονιόνι.
Επέρχεται η τριλογία της σιωπής.
“Η Περιπέτεια”, “Η Νύχτα”, και “Η Έκλειψη” είναι οι στοχασμοί πάνω στο σύγχρονο υπαρξιακό αυτό κενό του μέσου Ιταλού.
Μια μετακόμιση του σκηνοθέτη στην Αμερική για τις ανάγκες του “Ζαμπρίνσκι Πόιντ” έφερε την ευκαιρία της γνωριμίας του με την πένα του Μαρκ Πέπλοου και την υποκριτική του Τζακ Νίκολσον. Η γέννηση ενός ελεγειακού road movie που θα άλλαζε την μοίρα του παγκόσμιου σινεμά ήταν προ των πυλών.
Ο Ντέιβιντ Λοκ, ένας Αμερικανός δημοσιογράφος, βρίσκεται στην Κεντρική Αφρική. Έχει στόχο την επαφή του με τους τοπικούς αντάρτες. Εκεί λοιπόν, στον βορά του Τσαντ, αποκομμένος από την κοινωνία όπως και από την οικογένειά του, καταλήγει στη μέση μιας ερήμου, με το τζιπ του κολλημένο στην άμμο, να ουρλιάζει απεγνωσμένος, καθώς συνειδητοποιεί πως πλέον είναι θεατής μιας αδιαπέραστης και ακατανόητης πραγματικότητας.
Κατάκοπος, τσακισμένος ηθικά από την άπιστη γυναίκα του και καταρακωμένος από το αχανές τοπίο της άμμου, είναι ένας ξένος στην μέση του πουθενά. Δίχως ρεπορτάζ στα χέρια του και με ένα χαμένο απλανές βλέμμα επιστρέφει στο ξενοδοχείο διαμονής του. Πρόκειται για έναν άνθρωπο ο οποίος έχει κουραστεί από την ζωή του και προσπαθεί διακαώς να της ξεφύγει. Κατ’ουσίαν είναι ένας μοναδικός κινηματογραφικός no man’s land ήρωας.
Κι εκεί διαπιστώνει πως ο Εγγλέζος ένοικος του διπλανού δωματίου είναι νεκρός. Μοναδική ελπίδα να γεμίσει τα κενά της ύπαρξής του είναι η ενσάρκωση του άγνωστου νεκρού.
Ιδιωποιείται την ταυτότητά του ξεκινώντας ένα ταξίδι σε Γερμανία και Ισπανία. Κι εκεί που για αυτόν μια νέα ζωή ξεκινάει, διαπιστώνει πως, ως άλλος εαυτός, έχει μπλεχτεί σε μια παράνομη συμφωνία αγοροπωλησίας όπλων. Σύντομα τον κυνηγούν πράκτορες, η αστυνομία αλλά και η προσωπική του ζωή (η γυναίκα του), που υποψιάζεται την κατάσταση που έχει δημιουργήσει.
Κάτω από τον καυτό ήλιο της ισπανικής υπαίθρου ξεκινά μια τελετουργία σχεδόν καφκικού ύφους, μια οδύσσεια στον κενό χώρο προς αναζήτηση αυτής της νέας ταυτότητας. Σε αυτή την οδοιπορία θα «πετάξει» στον ουρανό της Βαρκελώνης και θα μεταμορφωθεί σε «ανθρώπινο γλυπτό» στη μαγική ταράτσα της Pedrera (ίσως στη μοναδική κινηματογραφική σκηνή που γυρίστηκε ποτέ στο διάσημο κτίριο του Γκαουντί).
Με την αισθητική της αμερικανικής ταινίας δρόμου, ο Αντονιόνι, αφηγείται με ένα απαράμιλλο προσωπικό ύφος έναν από τους ουσιωδέστερους «εσωτερικούς» ρόλους του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.
Ποτέ δεν έχει υπάρξει τόσο ακριβής γεωμετρία χώρου και χρόνου. Χρόνοι ανύπαρκτοι, χώροι άδειοι και ένας αυτοκινητόδρομος χιλιομέτρων: τίποτα δεν διακρίνεται στον ορίζοντα παρά τα άχρωμα και υπερφωτισμένα μέτρα της ασφάλτου.
Το άχαρο τοπίο υποδεικνύει συμβολικά τον ψυχισμό του ήρωα. Εδώ, μαζί με αυτή την έλλειψη του τόπου, ενυπάρχει και η αντίστοιχη έλλειψη διαλόγων. Αποδεικνύεται πασιφανώς πως ο ήρωας, στην προσπάθεια του να απελευθερωθεί από τον ίδιο του τον εαυτό, εισδύει περισότερο στα άδυτα του δικού του. Μπήκε στην θέση κάποιου άλλου για να ανακαλύψει τον ίδιο. Η επαφή του με μια φοιτήτρια αρχιτεκτονικής, κάτι νεωτερικό που θα τον έφερνε σε επαφή με τον έρωτα, θα φανέρωνε μιαν απελπιστική και μάταιη διαδικασία περαιτέρω καταπόνησης του ίδιου του εαυτού.
Και όχι μόνο: τα κάδρα-διαβήτες παράλληλα με την ανυπαρξία μοντάζ (τα cut σπανίζουν) αποδεικνύουν την ίδια την αγωνία του υπάρχειν. Το cut που θα λειτουργούσε σαν παλμός ζωής στην «βραδυκαρδία» του ήρωα είναι απόν εδώ και καιρό.
Ο Λουτσιάνο Τόβολι στην διεύθυνση φωτογραφίας στήνει μια φωτεινά «σκοτεινή» αναπαράσταση του ου-τόπου. Η αισθητική καινοτομία τού προ τελευταίου εφτάλεπτου μονοπλάνου είναι συγκλονιστική μέχρι και σήμερα υπογραμμίζοντας με έναν μοναδικό τρόπο την θρηνητική ροή του σημαίνοντος.
Το πλάνο που, σημειωτέον, χρειάστηκε 11 μέρες επίπονων προσπαθειών για να γυριστεί, ξεκινάει με τον ήρωα ξαπλωμένο. Το πλάνο τον καδράρει κάτω αριστερά. Αργά η κάμερα κινείται προς τα κάγκελα της πόρτας. Γυρίζει προς τα έξω: ένα παιδάκι παίζει ανέμελα, ένας παππούς κάθεται σε ένα παγκάκι και μια κοπέλα περπατάει. Η ζωή, σε αντίθεση με αυτή του ήρωα, υφίσταται και εξελίσσεται.
Οι χαώδεις ατραποί του εσωτερικού κόσμου του ήρωα συγκρούονται με μια αρμονική εξωτερική πραγματικότητα. Οι υποκειμενικότητες των άλλων λοιπόν βλέπουν πιο αισιόδοξα, πιο χαρμόσυνα και πιο ζωντανά. Το πλάνο συνεχίζεται με ευλάβεια, δίχως cut, υποδηλώνοντας μια φυσική συνέχεια της ζωής. Κάτι σαν οπτικό trick που δραπετεύει μέσα από τα κάγκελα ενός παραθύρου, περιστρέφεται 180 μοίρες γύρω από τον εαυτό του και επιστρέφει στον παράδοξο ήρωα που δεν γνώρισε ποτέ κανείς.
Μια ζωή που έφυγε μέσα από τα χέρια του ήρωα καθώς βρισκόταν ακριβώς έξω από το παράθυρο. Μιας ζωής που προσπάθησε να την διεκδικήσει αλλά στο τέλος την έχασε.
Και μιας ακόμη φιλμικής απόπειρας φυγής από το σώμα της θνητής ύπαρξης.

