Γράφει η Αγγελική Σαρικαβάζη
Η σκόνη που ταξίδευε με τον άνεμο
Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ μακριά από εδώ, στις απέραντες εκτάσεις της Σαχάρα, γεννήθηκε ένα μικρό σύννεφο σκόνης. Δεν ήταν κακό ούτε θυμωμένο· ήταν ανήσυχο. Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο.
Ο άνεμος το σήκωσε απαλά, σαν να κρατούσε στα χέρια του ένα μυστικό, και το πήρε μαζί του σε μακρινό ταξίδι. Πέρασαν πάνω από θάλασσες, βουνά και πόλεις, ώσπου μια μέρα η σκόνη έφτασε σε τόπους όπου τα παιδιά έπαιζαν σε αυλές και οι άνθρωποι άπλωναν ρούχα στα μπαλκόνια.
«Ποια είσαι;» ρώτησε ένα μικρό κορίτσι που ένιωσε τον ουρανό να θαμπώνει.
«Είμαι ταξιδιώτισσα», ψιθύρισε η σκόνη. «Κουβαλώ ιστορίες από ερήμους και ήλιους δυνατούς.»
Μα καθώς απλώνεται στον αέρα, κάποιοι άρχισαν να βήχουν. Άλλοι ένιωσαν τα μάτια τους να τσούζουν. Οι πιο ευαίσθητοι έκλεισαν τα παράθυρα και έμειναν μέσα. Η σκόνη δεν το ήθελε αυτό. Δεν ήθελε να βαραίνει στήθη ούτε να κουράζει ανάσες.
Τότε ο άνεμος της μίλησε σοβαρά:
«Κάθε ταξίδι έχει ευθύνη. Δεν αρκεί να φτάνεις· πρέπει να ξέρεις και πώς αγγίζεις τους τόπους.»
Η σκόνη στάθηκε για λίγο στον ουρανό, σκεπτική. Κατάλαβε πως, όσο μικρή κι αν ήταν, μπορούσε να επηρεάσει μεγάλες ζωές, ανθρώπους με άσθμα, ηλικιωμένους, μικρά παιδιά που έτρεχαν ξέγνοιαστα.
Έτσι αποφάσισε να γίνει πιο ελαφριά. Να ταξιδεύει γρήγορα, να μην μένει για πολύ. Και οι άνθρωποι, από την πλευρά τους, έμαθαν να την αναγνωρίζουν να προστατεύουν την αναπνοή τους, να φροντίζουν όσους είχαν ανάγκη, να θυμούνται πως ο αέρας που μοιράζονται είναι κοινός.
Κάθε φορά που ο ουρανός κιτρινίζει, κάποιοι θυμούνται εκείνο το παραμύθι.
Πως ακόμα και η πιο λεπτή σκόνη μπορεί να μας διδάξει κάτι μεγάλο:
Ότι η υγεία μας είναι σαν την αναπνοή αόρατη, πολύτιμη, και δεμένη με τον κόσμο ολόκληρο.
