Γράφει η Αγγελική Σαρικαβάζη
Η υπερ προστασία της οικογένειας
Την έλεγαν Μαρίνα. Ήταν σε ηλικία γάμου έτσι τουλάχιστον έλεγαν οι άλλοι, σαν να ήταν η ζωή μια λίστα υποχρεώσεων που έπρεπε να τσεκαριστούν με τη σειρά. Εκείνη, όμως, δεν είχε μάθει ποτέ να ζει με λίστες. Είχε μάθει να ζει με βλέμματα. Και τα βλέμματα των γονιών της την κρατούσαν πάντα λίγο πιο πίσω απ’ όσο μπορούσε να πάει.
Ήταν μοναχοκόρη. Ένα μικρό πρόβλημα υγείας, τίποτα που να της στερεί τη σκέψη, τη φαντασία ή τη χαρά. Μα για τους γονείς της, αυτό το «μικρό» είχε γίνει τεράστιο. Την πρόσεχαν σαν να ήταν εύθραυστη. Σαν να μην καταλάβαινε. Σαν να μην ήξερε.
Κι όμως, η Μαρίνα ήξερε.
Ήξερε να τραγουδά, και η φωνή της είχε εκείνη τη ζεστασιά που κάνει τους ανθρώπους να σωπαίνουν. Ήξερε να χορεύει, όχι με βήματα σωστά, αλλά με ψυχή. Ήξερε να μαγειρεύει, να δένει τις γεύσεις όπως δένουν οι αναμνήσεις σιωπηλά, αλλά βαθιά. Και πάνω απ’ όλα, ήξερε να σκέφτεται. Περισσότερο απ’ όσο της αναγνώριζαν.
Μα κάθε φορά που χαμογελούσε σε έναν άντρα, κάθε φορά που ένιωθε εκείνο το πρώτο, αδέξιο σκίρτημα που βαφτίζουν έρωτα, η μητέρα της έμπαινε μπροστά. Όχι σαν προστάτης, αλλά σαν σκηνοθέτης.
Άρχιζε να πλέκει ιστορίες. Να μαγειρεύει σχέδια. Να φτιάχνει το μέλλον πριν καν υπάρξει παρόν. Πώς θα τον «τυλίξει», πώς θα τον κρατήσει, πώς θα γίνει «καλός γαμπρός». Κι εκείνος ο υποψήφιος δεν ήξερε τίποτα.
Δεν ήξερε ότι δεν τον ερωτεύονταν, τον ετοίμαζαν.
Γιατί ο έρωτας δεν ερχόταν.
Ερχόταν μόνο η προσδοκία.
Και τα πλούτη.
Κι η Μαρίνα, στη μέση όλων αυτών, μάθαινε κάτι πιο επικίνδυνο από την υπερπροστασία μάθαινε να μην λέει την αλήθεια. Όταν έκανε λάθος, δεν το παραδεχόταν. Όχι γιατί δεν το έβλεπε, αλλά γιατί δεν της το είχαν μάθει. Η μητέρα της κάλυπτε, διόρθωνε, δικαιολογούσε. Ένα ψέμα για να σώσει ένα άλλο. Και κάπως έτσι, η αλήθεια έγινε περιττή.
Ένα βράδυ, μπροστά στον καθρέφτη, φόρεσε ένα λευκό φόρεμα. Δεν ήταν νυφικό. Μα έμοιαζε. Το κοίταξε για ώρα.
Δεν της ταίριαζε.
Όχι γιατί δεν ήταν όμορφη. Ήταν. Αλλά γιατί το φόρεμα ζητούσε κάτι που δεν είχε ακόμη δοθεί επιλογή.
Κοίταξε τον εαυτό της και για πρώτη φορά δεν είδε το κορίτσι που της έλεγαν ότι είναι. Είδε εκείνο που είχε μάθει να κρύβει.
Ένα κορίτσι που μπορούσε.
Που ένιωθε.
Που καταλάβαινε.
Και που κουράστηκε να ζει μια ζωή που άλλοι της έραβαν.
Την άλλη μέρα, όταν η μητέρα της άρχισε ξανά να σχεδιάζει το «μέλλον», η Μαρίνα δεν χαμογέλασε. Δεν συμφώνησε. Δεν είπε ψέματα.
Απλώς είπε:
«Ο έρωτας δεν μαγειρεύεται, μάνα.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πιο βαριά από κάθε λέξη που είχαν πει ποτέ.
Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, για πρώτη φορά, η Μαρίνα ένιωσε ελεύθερη.
