Μια φορά κι έναν καιρό, ένα δροσερό πρωινό του Απρίλη, γεννήθηκε ένα μικροσκοπικό γατάκι κάτω από μια παλιά ξύλινη αποθήκη στην άκρη μιας γειτονιάς.
Η μαμά του το έγλειψε τρυφερά για να το ζεστάνει, και όταν άνοιξε για πρώτη φορά τα ματάκια του, φάνηκαν δυο ολοστρόγγυλες μπλε λιμνούλες. Το τρίχωμά του ήταν κατακόκκινο, σαν ηλιοβασίλεμα που μόλις είχε αγγίξει τη γη.
Ήταν αδύναμο, πεινασμένο και έτρεμε από το κρύο, μα μέσα του είχε μια μικρή φλόγα ζωής που δεν έσβηνε. Το μόνο που ήθελε ήταν λίγο γαλατάκι, λίγη ζεστασιά και χρόνο για να μεγαλώσει. Δεν ήξερε ακόμα πόσο δύσκολος μπορούσε να γίνει ο κόσμος.
Οι μέρες περνούσαν, και το γατάκι άρχισε να σέρνεται δειλά έξω από την κρυψώνα του. Η γειτονιά όμως δεν ήταν φιλική. Μερικοί άνθρωποι το έδιωχναν, άλλοι φώναζαν, και κάποιοι πιο σκληροί το κλωτσούσαν μακριά από τις αυλές τους. Συχνά έψαχνε στα σκουπίδια για κάτι να φάει, μα συνήθως έβρισκε μόνο άδεια χαρτιά και σκληρά πλαστικά.
Τα βράδια ήταν τα χειρότερα. Ο αέρας γινόταν παγωμένος και το μικρό του σώμα δεν μπορούσε να κρατήσει τη ζέστη. Έτσι έμαθε ένα επικίνδυνο μυστικό επιβίωσης: γλιστρούσε μέσα στις μηχανές των αυτοκινήτων που μόλις είχαν σταματήσει, κουλουριαζόταν δίπλα στα ζεστά μεταλλικά μέρη και αποκοιμιόταν ακούγοντας τους ήχους της πόλης. Ήταν περίεργοι καιροί, γεμάτοι φόβο, μα και πείσμα.
Κάθε πρωί έβγαινε προσεκτικά, τίναζε τη σκόνη από το κόκκινο τριχωτό του και συνέχιζε την αναζήτηση για τροφή. Τα μπλε του μάτια, μεγάλα και γεμάτα απορία, κοιτούσαν τον κόσμο σαν να ρωτούσαν: «Γιατί τόση σκληρότητα;»
Μια μέρα όμως, καθώς καθόταν κουρασμένο δίπλα σε έναν κάδο, μια σκιά στάθηκε από πάνω του. Το γατάκι πάγωσε. Περίμενε φωνές ή ένα απότομο διώξιμο. Αντί γι’ αυτό, άκουσε μια απαλή φωνή.
«Καημένο μικρό…»
Ήταν μια κυρία με ζεστά μάτια και απαλά χέρια. Γονάτισε αργά για να μην το τρομάξει. Το γατάκι προσπάθησε να φύγει, μα δεν είχε πια δύναμη. Εκείνη άπλωσε μια κουβέρτα, το τύλιξε προσεκτικά και το σήκωσε στην αγκαλιά της. Για πρώτη φορά, ένιωσε ανθρώπινη αγκαλιά που δεν πονούσε.
Το πήγε σε ένα μεγάλο σπίτι με φως, ζεστασιά και ησυχία. Του έβαλε φρέσκο νερό, μαλακή τροφή και ένα μικρό μπολ με γαλατάκι. Το γατάκι ήπιε λαίμαργα και μετά αποκοιμήθηκε σε ένα μαξιλάρι, χορτάτο και ασφαλές. Κανείς δεν το κλώτσησε. Κανείς δεν το έδιωξε.
Σ’ εκείνο το σπίτι ζούσε κι ένα κορίτσι με χαμόγελο σαν άνοιξη. Όταν είδε το μικρό κόκκινο γατάκι με τα μπλε μάτια, η καρδιά της γέμισε αγάπη από την πρώτη στιγμή.
«Μαμά, μπορούμε να το κρατήσουμε;» ρώτησε.
Η κυρία χαμογέλασε. «Αυτό ακριβώς σκέφτηκα κι εγώ.»
Το κορίτσι κάθισε δίπλα του ώρες ολόκληρες. Του μιλούσε σιγανά, του χάιδευε το κεφαλάκι και γελούσε κάθε φορά που εκείνο προσπαθούσε αδέξια να πιάσει τα κορδόνια της. Σιγά σιγά, το γατάκι άρχισε να εμπιστεύεται. Την ακολουθούσε παντού, κουλουριαζόταν στην αγκαλιά της και γουργούριζε σαν μικρό μηχανάκι γεμάτο ευτυχία.
Έπαιζαν μαζί με μπαλάκια, κορδέλες και χάρτινα κουτιά που για το γατάκι ήταν ολόκληρα κάστρα. Τα βράδια κοιμόταν δίπλα στο κρεβάτι της, νιώθοντας πως επιτέλους ανήκει κάπου. Το κορίτσι το φρόντιζε σαν να ήταν μικρό της αδελφάκι. Το φιλούσε απαλά στο κεφαλάκι και του ψιθύριζε μυστικά πριν κοιμηθεί.
«Είσαι ο καλύτερός μου φίλος», του έλεγε.
Κι εκείνο απαντούσε με ένα βαθύ, ήρεμο γουργούρισμα.
Μια μέρα, καθώς το χάιδευε, είπε: «Θα σε φωνάζω Ρωμαίο. Γιατί έχεις ρομαντική καρδιά και γενναία ψυχή.»
Από τότε, το μικρό κόκκινο γατάκι δεν ήταν πια μόνο. Ο Ρωμαίος μεγάλωσε σε ένα σπίτι γεμάτο αγάπη, φαγητό, νερό και ζεστασιά. Τα μπλε του μάτια δεν είχαν πια φόβο, μόνο περιέργεια και χαρά. Όταν έξω φυσούσε κρύος αέρας, εκείνος κοιμόταν κουλουριασμένος στην πιο ζεστή γωνιά, προστατευμένος από την κακία του κόσμου.
Κι αν ποτέ άκουγε δυνατούς θορύβους από τον δρόμο, δεν έτρεχε πια να κρυφτεί σε μηχανές αυτοκινήτων. Αντί γι’ αυτό, πήγαινε στην αγκαλιά του κοριτσιού, που τον κρατούσε σφιχτά και του θύμιζε πως τώρα ήταν ασφαλής.
Γιατί καμιά φορά, μέσα σε έναν κόσμο που μπορεί να γίνει σκληρός, μια μόνο καλή καρδιά είναι αρκετή για να αλλάξει ολόκληρη τη μοίρα ενός μικρού, κόκκινου γατιού με μπλε μάτια.
Και έτσι, ο Ρωμαίος έζησε ζεστός, χορτάτος και αγαπημένος, αποδεικνύοντας πως η αγάπη μπορεί να νικήσει ακόμα και τις πιο κρύες νύχτες.
Εκδόσεις Γλαύκα
