Γράφει η *Μάρω Πατριανάκου
Νιώθω οργή…η φωνή μου δυσκολεύεται να συγκρατήσει κραυγές. Όλο μου το είναι καίγεται μέσα μου, αναφλεγμένο από υποκινητές, σαν εύφλεκτα σπίρτα που έχουν ανάψει σκόπιμα να κάψουν έναν όμορφο κήπο, αφήνοντας μόνο κάρβουνα.
Δαγκώνω βαθιά το χέρι μου να καταπνίξω τους πόνους και τους λυγμούς μου, αλλά η ακατέργαστη και αποπνικτική μυρωδιά του οίκτου με ενοχλεί. Η αγωνία και ο πόνος είναι αφόρητοι και αβάσταχτοι.
Νιώθω ένα σκληρό κύμα ζεστασιάς να μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη, καυτή σουβλιά καθώς συνειδητοποιώ την πληγή που μου προκάλεσαν τα ίδια μου τα νύχια και τα δόντια πιέζοντας τη θλίψη μου. Πότε θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο…
Πότε θα διαλυθεί στον αέρα και να εξαφανιστεί; Τι είναι αυτός ο θυμός που με πληγώνει, που καταπιέζει τα μέσα μου ώστε να μη μπορώ να μιλήσω ή να εκφραστώ παρά μόνο να κλαίω… Από που προέρχεται αυτή η έκρηξη; είναι από το χάμω του παιδιού μου, μήπως η σφαίρα που χτύπησε αλύπητα τον άνθρωπο μου εν η ειρήνη η εν πολέμω, στο δρόμο από αδέσποτη σφαίρα, η η φυσική καταστροφή της περιουσίας μου… ποιο είναι από αυτά που είναι αδύνατο να ελέγξω την οργή μου, το πόνο μου και την αγανάκτηση μου.
Πρέπει όμως να απελευθερώσω αυτόν τον θυμό σαν αναμμένα κάρβουνα από τις παλάμες μου, αλλιώς θα με σκοτώσει. Πρέπει να τον αντιμετωπίσω… η οργή του να ανεβαίνει σαν παλιρροϊκό κύμα και μετά να τον δω να συντρίβεται, γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να με καταβροχθίσει.
*Η Μάρω Πατριανάκου ζει στις Η.Π.Α. Είναι ένα ελεύθερο πνεύμα, που απλά εκφράζει όσα αισθάνεται χωρίς προκαταλήψεις… που την συγκινούν της ζωής τα σενάρια.
