Γράφει η Αγγελική S. Photography
Η γη είχε σκεπαστεί με ένα πέπλο λευκό, σαν να ήθελε να κρύψει όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ. Τα δέντρα, γυμνά και ακίνητα, υψώνονταν σαν σιωπηλοί φρουροί μέσα στην ομίχλη, κρατώντας μέσα τους μνήμες από ανέμους και καλοκαίρια που είχαν πια ξεθωριάσει.
Κάθε κλαδί έμοιαζε να απλώνεται προς έναν ουρανό άχρωμο, ζητώντας κάτι που δεν ερχόταν.
Το χιόνι δεν ήταν απλώς παγωμένο νερό· ήταν χρόνος που σταμάτησε. Κάθε νιφάδα, μια στιγμή που δεν έζησε ποτέ κανείς, κι όμως υπήρχε. Αν πατούσες πάνω του, άκουγες έναν ήχο βαθύ, σχεδόν ιερό, σαν να διέκοπτες μια σιωπή αιώνων. Κανείς δεν μιλούσε εδώ. Ούτε τα πουλιά, ούτε ο αέρας. Μόνο η ανάσα του τόπου, αργή και σχεδόν ανεπαίσθητη.
Στο κέντρο του τοπίου, ανάμεσα σε πέτρες σκοτεινές, το λευκό άπλωνε τη δύναμή του. Δεν ήταν αθωότητα· ήταν λήθη. Ένα κάλεσμα να ξεχάσεις ό,τι κουβαλάς και να μείνεις εκεί, ακίνητος, μέχρι να γίνεις κι εσύ μέρος του. Η ομίχλη τύλιγε τα πάντα, σαν αγκαλιά που δεν ζεσταίνει, αλλά καθησυχάζει.
Κάπου, πίσω από τα δέντρα, ίσως υπήρχε ένας δρόμος. Ίσως και όχι.
Το τοπίο δεν υποσχόταν προορισμούς. Μόνο στάση. Μόνο την ευκαιρία να ακούσεις τον εαυτό σου, χωρίς θόρυβο, χωρίς βιασύνη. Κι αν έμενες αρκετά, αν άφηνες το βλέμμα σου να χαθεί μέσα στο λευκό, θα καταλάβαινες πως δεν ήταν το τοπίο που είχε παγώσει. Ήταν ο χρόνος μέσα σου. Και τότε, για μια στιγμή, όλα θα γίνονταν καθαρά, όπως το χιόνι πριν το αγγίξει κανείς.

