Λογοτεχνία

Συμφωνία… Νο 5

Ένα μυθιστόρημα της Μαίρης Μάκρα

(21η συνέχεια)

” Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας”-(Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)

(Σύνδεση με το προηγούμενο: Ποια είναι η αλήθεια και ποια η μάσκα;

Στο νέο κεφάλαιο της Συμφωνίας Νο-5, η ψυχρή λογική συγκρούεται με τον συναισθηματικό εκβιασμό, ενώ η Δέσποινα στήνει ένα περίτεχνο παιχνίδι εξαπάτησης με φόντο ένα «τίποτα» που μεγαλώνει απειλητικά. Και όταν το ψέμα παίρνει τη μορφή αρετής, ποιος μπορεί να δει καθαρά;)

***

«Θα τη ζεματίσω!», ούρλιαξε μέσα της, και αποφασιστικά είπε:

«Την έπιασα να τηλεφωνιέται με κάποιον από το δικό μας τηλέφωνο. Του έλεγε ερωτόλογα και ότι μένει σ’ αυτό το σπίτι· ότι ο πατέρας της, δήθεν, είναι αυστηρός… Άσε, πού να στα λέω τώρα! Και δεν ξέρω πόσες φορές έγινε. Αν δεις έναν λογαριασμό του ΟΤΕ! Θα με σκοτώσει ο Αργύρης!»

«Τι είναι τούτα τα πράγματα!» φρίκαρε η Χαρίκλεια.

«Ναι, μαμά, ναι! Έρχεται κάθε μέρα με τη θεία της. Εγώ με τη Μαρία καθόμαστε στον κήπο· εκείνη, στο σαλόνι, γιατί “διαβάζει”. Της αρέσει, δήθεν, το διάβασμα και… κοίτα τι δουλειές άνοιξε η σιγανοπαπαδιά! Απ’ αυτές να φοβάσαι, όμως! Αν πάει κάτι στ’ αυτιά του Αργύρη, τι θα σκεφτεί; Ότι εγώ είμαι αυτή που τηλεφωνιέται μ’ αυτόν — δεν ξέρω πώς τον λένε κι ούτε θέλω να μάθω. Ακούς, το παλιοθήλυκο!»

Η Χαρίκλεια έπιασε το κεφάλι της με τα δυο της χέρια.

«Κακό που μας βρήκε! Να το πούμε στη Μαρία. Να τη συμμαζέψει! Δεν είναι καλά πράγματα αυτά!»

«Αστειεύεσαι;» αναπήδησε έντρομη η Δέσποινα.

«Γιατί όχι;»

Την κοίταξε με υποψία η μαμά – ή έτσι της φάνηκε; Όπως και να ’χε, αυτό το βλέμμα της Χαρίκλειας δεν το άντεχε. Από μικρό παιδί της έσφιγγε το στομάχι και της έφερνε ναυτία. Έπρεπε να αποφύγει την ανάκριση, πάση θυσία.

«Γιατί… γιατί… δεν μπορώ να κάνω κακό σε άνθρωπο, μανούλα μου», χαμήλωσε τα μάτια με ταπεινότητα και απερίγραπτη καλοσύνη.

Λύγισαν τα πόδια της Χαρίκλειας από συγκίνηση. Η καρδιά της πήγε να σπάσει από υπερηφάνεια γι’ αυτό το ασύγκριτο τέκνο που βγήκε από τα σπλάχνα της.

«Έλα ’δώ, αστέρι μου!», την τράβηξε στην αγκαλιά της. «Πες μου, τι θέλεις να κάνουμε; Μόνο εσύ να ’σαι καλά!»

«Λέω να τη στείλουμε από ’κει που ήρθε. Στους γονείς της. Ούτε η Μαρία να στεναχωρηθεί, ούτε η ίδια να παραστρατήσει – γιατί… κατά ’κει το πάει, μου φαίνεται. Ποιος ξέρει με ποιον αλήτη έμπλεξε, το καημένο το κορίτσι!», πετάρισε τα βλέφαρα με συμπόνια και αμέριστη μεγαλοθυμία.

«Καλόκαρδη κόρη μου, εσύ! Τους άλλους σκέφτεσαι πάλι; Και τι θα πεις στον Αργύρη μόλις δει τον λογαριασμό του ΟΤΕ; Θα σε φάει στη γκρίνια, ο σπαγκοραμμένος!»

«Ε, κάτι θα βρω να του πω. Μέχρι τώρα, τουλάχιστον, δεν έχει καταλάβει τίποτε!», της ξέφυγε.

«Μέχρι τώρα; Γιατί; Από πότε ξεκίνησε αυτή η δουλειά;» συνοφρυώθηκε η Χαρίκλεια. Κάτι ανησυχητικό «έπιαναν» οι κεραίες της στον αέρα, αλλά δεν ήταν ξεκάθαρο.

Η Δέσποινα ξεροκατάπιε, ενώ το μυαλό της πήρε φωτιά, ψάχνοντας για μία πειστική απάντηση που θα την έβγαζε από την αμηχανία.

«Άρχισε από… τι να σου πω; Όσο καιρό είναι εδώ η Ηρώ, νομίζω. Μαζί της θ’ ασχολούμαι; Εγώ να τη βοηθήσω θέλω, αλλά χωρίς φασαρίες και πολλά λόγια. Όχι να ανακατέψουμε τα πράγματα και να βρω από πάνω και τον μπελά μου!»

«Όχι, όχι, καρδούλα μου, μη στεναχωριέσαι. Αλλά, να, όσο το σκέφτομαι, αναρωτιέμαι, τι κακό μπορεί να κάνει σ’ εσένα αυτή η ιστορία; Η Ηρώ είναι που παίζει άσχημο παιχνίδι, όχι εσύ!»

Επιτέλους είχε βρει πάλι την ψυχραιμία της η Χαρίκλεια και ζύγιζε τα πράγματα με λογική.

Η Δέσποινα ένιωσε να παγιδεύεται και βρήκε διέξοδο προς την κουζίνα.

«Πάω να πιω νερό», έφυγε σχεδόν τρέχοντας.

Έπρεπε να κερδίσει χρόνο μέχρι να βρει κάτι να πει. Όταν επέστρεψε, είχε έτοιμο το σενάριο που θα την έβγαζε από τη δύσκολη κατάσταση.

«Κοίτα, μαμά, δεν θέλω ν’ ανησυχήσεις, αλλά τα πράγματα είναι πιο σοβαρά απ’ ό,τι σου φανέρωσα. Η μικρή παίζει άσχημο παιχνίδι. Με κάποιον έχει μπλέξει; Δεν ξέρω! Πάντως, ένας σμηνίτης έχει χτυπήσει την πόρτα μου δύο φορές και γυρεύει μία κοπέλα που μένει, λέει, σ’ αυτό το σπίτι και τη λένε Στέλλα. Του εξήγησα ότι σ’ αυτή τη βίλα μένω μόνο εγώ με τον άντρα μου. Τότε, με απείλησε ότι θα έρθει να μιλήσει μαζί του, για να βγάλει μια άκρη· και πρόσθεσε ότι θα μας τινάξει στον αέρα αν του παίζουμε κάποιο παιχνίδι. Καταλαβαίνεις τώρα; Αν φτάσουν αυτά στ’ αυτιά του Αργύρη, θα με χωρίσει!», κλαψούρισε με μισοκακόμοιρο ύφος.

«Θα σε χωρίσει; Μα τι λες, παιδί μου; Θα του πεις όλη την αλήθεια και πάει, τελείωσε το θέμα», χτύπησε αντικριστά τις παλάμες η ανυποψίαστη μαμά, λες και τίναζε από πάνω τους το πρόβλημα.

«Αν πω την αλήθεια, θα κάνω μεγάλο κακό στην Ηρώ και θα στεναχωρηθεί πολύ η Μαρία, που της έχει μεγάλη αδυναμία. Δε βλέπεις πόσο δύσκολη είναι η θέση μου; Όχι, δεν το κάνω αυτό· αλλά θέλω να προστατέψω και τον γάμο μου».

Τέτοιο ηθικό μεγαλείο δεν το περίμενε η Χαρίκλεια από την κόρη της, αν και ήξερε καλά τις χάρες της. Τώρα, μάλιστα, καταλάβαινε πολύ καλά τον λόγο της δυστυχίας της: Την κατατρώει η ίδια της η ηθική!, επανέλαβε μέσα της. Είχε διαβάσει αυτή τη φράση σε ένα αισθηματικό μυθιστόρημα και την είχε αποστηθίσει. Να ζει τώρα αυτή την κατάσταση το ίδιο της το παιδί; Τι είναι η ζωή; Σαν μυθιστόρημα!, αναρίγησε από συγκίνηση και σκούπισε ένα δάκρυ από τα μάτια της.

«Θεέ μου, τι ζω! Τι ζω!», μουρμούρισε και βγήκε στον κήπο να πάρει αέρα και να καταλαγιάσει η εσωτερική της ένταση.

Μέσα, η Δέσποινα χαμογέλασε με μια άγρια, ανομολόγητη ικανοποίηση. Είχε ρίξει τη βόμβα. Η μητέρα της την πίστεψε. Όλοι θα την πίστευαν. Άλλωστε, δεν είχε πει ψέματα — όχι εντελώς, δηλαδή! Κι έπειτα, ένα κομμάτι αλήθειας είναι η καλύτερη μάσκα για το ψέμα. Και το υπόλοιπο… ένα καλοσχηματισμένο, αριστοτεχνικό ψέμα, από αυτά που δεν ανιχνεύονται. Κι αν όλα πήγαιναν καλά, σε λίγο καιρό θα τα είχε διορθώσει όλα. Ήξερε αυτή τι να πει!

«Την είδα με τα μάτια μου και την άκουσα με τ’ αυτιά μου, σου λέω, να τηλεφωνεί και να λέει ερωτόλογα στον άλλον…»

Αυτό θα έλεγε σε όποιον τη ρωτούσε. Κι αν η κουβέντα έφτανε στα δύσκολα, θα πρόσθετε με το πιο αθώο της ύφος:

«Αν ήθελα να κάνω εγώ τέτοια ανήθικα πράγματα, θα τηλεφωνούσα από το τηλέφωνο του σπιτιού μου;»

Μ’ αυτή τη σκέψη ησύχασε και ένιωσε όλο και μεγαλύτερη σιγουριά. Ήταν έτοιμη για όλα.

Όμως, μια ανησυχία τσίμπησε ξαφνικά την άκρη του μυαλού της. Κι αν αυτός ο ομορφονιός ξανάρθει; Αν πετύχει στο σπίτι τον Αργύρη και του τα πει όλα;

Όχι. Δεν έπρεπε να φτάσουν μέχρι εκεί τα πράγματα. Έπρεπε να προλάβει. Κάτι ακόμα έπρεπε να σκεφτεί! Πηγαίνοντας στην κουζίνα, για να βάλει κάτι στο στόμα της και να στυλωθεί, πέρασε μπροστά από τον καθρέφτη του σαλονιού. Έριξε μια ματιά στον εαυτό της. Ποια ήταν αυτή; Δεν αναγνώριζε ούτε τη φάτσα της. Σχεδόν φοβήθηκε.

Οι ώρες που ακολούθησαν είχαν καταντήσει πια ένα τεράστιο «τίποτα!», που μεταφερόταν σαν μικρόβιο από τη μία στην άλλη.

«Τι θα κάνεις τώρα, Δέσποινα;», ρωτούσε ανήσυχη η μαμά-Χαρίκλεια.

«Τίποτα!», απαντούσε εκείνη φωναχτά, ενώ από μέσα της κατάστρωνε το αδυσώπητο χτύπημα, που θα της έφερνε πίσω τη χαμένη της ευτυχία.

«Τι άλλο θα κάνεις, μέχρι να έρθει ο καπετάνιος σου;», ρωτούσε η Ηρώ τη θεία Μαρία.

«Τίποτα!», απαντούσε εκείνη, περιφέροντας το βλέμμα της ολόγυρα, γεμάτη αδημονία.

Όλα ήταν έτοιμα. Ως και τα λουλούδια στα κρυστάλλινα βάζα περίμεναν τον αφέντη του σπιτιού.

«Τι θα κάνεις σήμερα, Ηρώ;», ρωτούσε ο συννεφιασμένος ουρανός και όλα τα πεύκα μαζί.

«Τίποτα! Δεν θέλω να κάνω τίποτα!», γκρίνιαζε η Ηρώ, και καραδοκούσε πότε θα ξεπορτίσει η θεία — έστω για λίγο — για να δοκιμάσει την τύχη της με το κλειδωμένο τηλέφωνο.

Επιτέλους, της δόθηκε η ευκαιρία. Η θεία Μαρία πετάχτηκε για λίγο ως την πλατεία για κάποια συμπληρωματικά γλυκίσματα. Η Ηρώ δεν καθυστέρησε ούτε λεπτό. Άνοιξε το κλειδωμένο τηλέφωνο με μία φουρκέτα.

«Τατόι, παρακαλώ! Λέγετε!» ακούστηκε μια άγνωστη φωνή.

«Θα ήθελα… τον Νίκο, παρακαλώ!», μίλησε ταραγμένα.

«Το βράδυ έχει υπηρεσία. Θέλετε ν’ αφήσετε όνομα;»

«Ό… όχι! Θα ξαναπάρω!»

Με τρελό καρδιοχτύπι έκλεισε το ακουστικό. Τι ατυχία!, σκέφτηκε με απογοήτευση.

Δυστυχώς, φαίνεται πως η ατυχία είχε πάρει πια τον δρόμο για την πόρτα της. Και ποιος θα πρότασσε τα στήθη του για να τη σταματήσει; Υπάρχει κανείς;

***

20η συνέχεια <———

Ακολουθήστε μας και στο Google news
Ακολουθήστε μας και στο Youtube

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Exit mobile version