Λογοτεχνία

Συμφωνία… Νο 5

Ένα μυθιστόρημα της Μαίρης Μάκρα

(20η συνέχεια)

” Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας”-(Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)

***

” Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας”-(Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)

(Σύνδεση με το προηγούμενο: Η καταιγίδα μόλις άρχισε ! Ετοιμάσου για καταιγιστικές αποκαλύψεις και εκρήξεις πάθους!
Η Δέσποινα δεν κρατιέται πια – η ζήλια της γίνεται φωτιά και στρέφεται εναντίον της Ηρώς με λόγια που δεν παίρνονται πίσω!
Ποιο μυστικό κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα;
Τι θα κάνει η Χαρίκλεια όταν καταλάβει την αλήθεια;
Η σύγκρουση ξεκινά και τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο…)

****

Σε μερικές ώρες, στη βίλα του Αργύρη διαδραματίζονταν συγκλονιστικά γεγονότα. Η μέχρι πρότινος ανήμπορη πεθερά, είχε επιστρατεύσει τις ξεχασμένες δυνάμεις της κι ετοίμαζε στην κουζίνα ένα παστίτσιο, από τα λίγα που δοκιμάζει ένας άνθρωπος στη ζωή του.

«Για χάρη όλων σας, αλλιώς… δε με παίρνουν τα πόδια μου», τους πληροφόρησε κλαψουρίζοντας κι εξαφανίστηκε στην κουζίνα της, βγάζοντας βαθύ αναστεναγμό….ανακούφισης….αναγέννησης;

Δεν προλαβαίναμε να διακρίνουμε την ιδιαιτερότητα του αναστεναγμού! Στο σαλόνι, η Δέσποινα αγκομαχούσε στην αγκαλιά της μαμάς-Χαρίκλειας, που πρότασσε τα στήθη της στο αναπάντεχο ˝Κακό˝ και το προκαλούσε.

«Σε μένα το “Κακό”, Κύριε, σε μένα κι όχι στο σπλάχνο μου!».

Και γυρίζοντας προς την κόρη της πρόσθεσε:

«Μη φοβάσαι, περιστεράκι μου! Είμαι εγώ εδώ, ο βράχος! Μη φοβάσαι τίποτε!».

Φώναζε, σχεδόν μέσα στο αυτί της Δέσποινας, ενώ εκείνη έκλαιγε όλο και πιο δυνατά, μέχρι που έγειρε ολόκληρη πάνω στην κοιλιά της μαμά-Χαρίκλειας. Έγειρε ολόκληρη και με τις δύο παλάμες της άρχισε να σπρώχνει την κοιλιά της μάνας της. Έσπρωχνε, έσπρωχνε κι έχωνε το κεφάλι της στο βαθούλωμα που άφηναν οι δίπλες του πάχους και της χαλάρωσης. Να μπει μέσα σ’ εκείνη την κοιλιά, να κουλουριαστεί στα σπλάχνα της και να κρυφτεί για πάντα.

Ο Παναγιώτης, λίγο πιο πέρα, ανατρίχιασε σύγκορμος παρατηρώντας αυτή τη σκηνή.

«Το μωρό μου, θέλει να ξαναμπεί στη μήτρα της μαμάκας του!», του ήρθε η επιφοίτηση και η συγκίνηση που τη συνόδευσε ήταν ασήκωτη για την ευαίσθητη καρδιά του. Ανασηκώθηκε, τις πλησίασε τρέμοντας και τις έκλεισε στη μεγάλη αγκαλιά του.

«Αγάπες μου μεγάλες! Κορούλα μου! Κι εσύ, γυναίκα μου ακριβή! Τι σπουδαία μάνα είσαι εσύ! Τι κόρη μου μεγάλωσες και την πλούτισες με τέτοια καρδιά, που να μη θέλει να φύγει απ’ την αγκαλιά μας! Το σπλάχνο μας!».

Η Χαρίκλεια τον λοξοκοίταξε. «Τέτοια καμώματα ο Παναγιώτης; Τόσο ευαίσθητος; Και δεν του το είχα!», πέρασαν σαν αστραπή οι σκέψεις από το μυαλό της, αλλά τις παραμέρισε. Είχαν αρχίσει, βλέπεις, να κλαίνε και οι τρεις μαζί. Αγκαλιάζονταν, έκλαιγαν και μούντζωναν τον άχρηστο τον Αργύρη.

«Σε τέτοιες ώρες, να μην τρέξει κοντά στη γυναίκα του; Τι να τα κάνουμε τα πλούτη του, άμα δεν είναι άνθρωπος;», κατέληξαν ομόφωνα.

Η Δέσποινα ήταν τώρα πιο ήρεμη. Η μαμά-Χαρίκλεια της χάιδευε τα μαλλιά.

«Άκου να σου πω, αν δεν είσαι ευτυχισμένη μαζί του, τον παρατάμε αυτή τη στιγμή και γυρίζουμε στο σπίτι μας. Δεν τον έχουμε ανάγκη πια. Παντρεύτηκες, πέρασες από τη σειρά και κανένας δε θα σε πει “γεροντοκόρη”. Ατύχησες στο γάμο σου! Αυτό θα πούμε. Ούτε η πρώτη είσαι, ούτε η τελευταία. Ε, τι λες κι εσύ άντρα μου;», του έδωσε το λόγο, για να πει εκείνος το «ναι» στην δική της απόφασή και ικανοποιημένη με τον εαυτό της τον κοίταξε και περίμενε υπάκουα, σαν καλή σύζυγος.

Η Δέσποινα όμως τον πρόλαβε.

«Λέω να μη βιαστούμε. Ας περιμένουμε λίγο και βλέπουμε», πρότεινε πολύ συγκρατημένα, για να κρύψει κάτι άλλο που φούντωνε μέσα της, της ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι και την έσπρωχνε να τα σπάσει όλα γύρω της. «Δε θ’ αφήσω το πεδίο ελεύθερο στον ομορφονιό σμηνίτη, που δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια του! Ούτε στην κρυόκωλη ξανθιά, που νομίζει ότι είναι καλύτερή μου, επειδή είναι μικρότερη στα χρόνια! Έχω ράμματα για τη γούνα τους και τότε θα τους δείξω την αξία μου!», σκεφτόταν, ενώ χαμογελούσε καλοσυνάτα στον μπαμπά και στη μαμά, εναλλάξ.

«Όπως θέλεις εσύ, μάτια μου!», συμφώνησε η μαμά.

Ο μπαμπάς, όμως, ήταν ανένδοτος.

«Όχι! Θα έρθεις μαζί μας στο σπίτι μας, έστω για λίγες μέρες. Αλλιώς, δε θα ησυχάσω. Για να καταλάβει και ο αναίσθητος ο γαμπρός μου, ότι δε γεννήθηκε ακόμα ο άντρας που θα τα βάλει μαζί μου! Αυτός θα μου μαράνει την κόρη μου; Μ΄αυτό το πλευρό να κοιμάται!».

Άναψε και κόρωσε ο άνθρωπος. Γύρισε ανάποδα το μάτι του. Τα χρειάστηκε η Χαρίκλεια. «Αμάν, θα μας μείνει στον τόπο κι αυτός!», φοβήθηκε.

«Εντάξει, Παναγιώτη μου, μην κάνεις έτσι!», μπήκε στη μέση για να τον ηρεμήσει, ενώ σκεφτόταν και τα πλούτη του Αργύρη, που θα τα χαιρόταν καμία καπάτσα, αν έφευγε η κόρη της.

«Ας μην το παρατραβήξουμε!», μαλάκωσε τη φωνή.

«Όχι!», βροντοφώναξε ο μπαμπάς, «ο κύριος γαμπρός μας, να γονατίσει και να μου δώσει τον λόγο της τιμής του, ότι θα την προσέχει σαν τα μάτια του. Ακούς εκεί! Ακόμα άφαντος, ενώ του είπαμε ότι η κόρη μας κινδυνεύει! Ο άχρηστος!».

Αδιέξοδο στη βίλα με τα τριαντάφυλλα! Να μείνουν ή να φύγουν; Μπρος-πίσω ή “επί τα αυτά”;

“Επί τα αυτά!”, αποφάσισε το παστίτσιο της συμπεθέρας, που βγήκε από το φούρνο λαχταριστό. Νάαα μια μπεσαμέλ! Ροδοκοκκινισμένη και μ’ ένα άρωμα… που να σου σπάει τη μύτη!

«Ας βάλουμε μία μπουκιά στο στόμα μας και μετά φεύγουμε. Τόσο κόπο έκανε η συμπεθέρα!».

Συμβιβαστική η πρόταση της Χαρίκλειας. Χαρούμενη η πεθερά που, επιτέλους, ξαναπήρε το πόστο που της είχε αρπάξει η νύφη της με το δικαίωμα της “νεότερης”. Πού; Μέσα στο σπιτικό της! Αλλά τί να πεις όταν κανένας δεν ακούει τον αναστεναγμό σου! Το άντεξε, όπως το άντεξε, αλλά σήμερα πήρε το αίμα της πίσω με την ευκαιρία που της έδωσε το “εξαντλημένο απόβρασμα”, σκεφτόταν και χαμογελούσε κρυφά με ικανοποίηση.

Περιττό να εξηγήσουμε ποιά ήταν το “εξαντλημένο απόβρασμα”. Ο νοών νοείτω!

Και τώρα τί γίνεται; Εξαντλημένος ο Παναγιώτης, από την τόση ταραχή. Με ανεβασμένη την πίεση η μαμά-Χαρίκλεια. Κατάκοπη και η Δέσποινα, από όλα όσα μόνο εκείνη ήξερε και κανένας τους δεν υποψιαζόταν.

Όλα αυτά μαζί οδήγησαν στο να στρωθεί το τραπέζι που θα τους τόνωνε λιγάκι.

«Στην καλή τραπεζαρία!», διάλεξε τον χώρο η πεθερά.

«Καλή μου συμπεθέρα, στην κουζίνα θα φάμε, σαν οικογένεια! Ξένοι είμαστε;», διαμαρτυρήθηκε με συγγενική οικειότητα η Χαρίκλεια.

Το πού, επιτέλους, έφαγαν δε μας το είπε κανείς. Ένα έχει σημασία: Η Δέσποινα θα συνέχιζε να χαίρεται το πλούσιο σπίτι της, με τη συμπαράσταση της πεθεράς της που ανέλαβε με χαρά την καθημερινή λάντζα. Κοντά της θα έμενε και η μαμά-Χαρίκλεια, μέχρι να δει την κόρη της να είναι εντελώς καλά.

«Είναι άρρωστο, το κορίτσι μου! Δε βλέπεις που δεν έχει χρώμα στα μάγουλα; Σαν πανί είναι!», μίλησε κρυφά στον Παναγιώτη κι εκείνος συμφώνησε.

«Μείνε κοντά στην κόρη μας, Χαρίκλεια. Θα μας τη φάει ο Καλαματιανός! Άχρηστη φάρα!».

Πού τη θυμήθηκε την ξεχασμένη καταγωγή του γαμπρού του; Ένας Θεός ξέρει τι ξεφουρνίζει το θυμωμένο μυαλό ενός πατέρα.

Η Χαρίκλεια δεν έδωσε συνέχεια. Τον κατευόδωσε στοργικά, μια και έπρεπε να επιστρέψει στις δουλειές του. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήθελε να συνεχίσει την κουβέντα. Κάτι άλλο απασχολούσε το μυαλό της, όση ώρα παρατηρούσε τη συμπεθέρα της να πηγαινοέρχεται με τα διάφορα πιάτα. Στο τέλος το ξεφούρνισε στην κόρη της:

«Καλά, βρε παιδί μου, η πεθερά σου δεν ήταν ανήμπορη; Πότε ξεπετάχτηκε;».

«Πού θέλεις να ξέρω, μαμά; Εγώ έτσι τη γνώρισα. Τις μισές μέρες “κατάκοιτη” και τις άλλες μισές σε “ανάρρωση”, ως και δραστήρια. Πού να βγάλω άκρη;», απάντησε η Δέσποινα, ως ταλαιπωρημένη νύφη μιας παράξενης και ιδιότροπης πεθεράς.

Έτσι κι αλλιώς, ευθύς εξ’ αρχής, είχαν χωρίσει τα “τσιφλίκια” τους, κάτω απ’ την ίδια στέγη.

«Αυτό είναι το σπίτι μου! Κανένας δε θα με διώξει απ’ αυτό! Είναι δικό μου!», είχε τονίσει διπλά το “μου” η πεθερά και δεν ξαναβγήκε από το μεγάλο της δωμάτιο, που είχε θέα ως τον απέναντι λόφο. Λες και έστησε το στρατηγείο της μέσα σ΄αυτό το μεγάλο δωμάτιο

Μετά… έμεινε κατάκοιτη. Τι περίεργο! Έτσι στα ξαφνικά, μένει ένας άνθρωπος σχεδόν παράλυτος; Έπαθε κάτι σαν… «σύνδρομο», όπως το είπε ο γιατρός, αλλά δε μας ενδιαφέρει πώς το λένε οι γιατροί.

«Η γυναίκα σκούριασε από την πολλή ξάπλα», το εξήγησε η Δέσποινα και το μόνο που της απόμεινε ήταν να ορίσει κι αυτή την επικράτειά της.

«Σ’ αυτό το σπίτι κάνω κουμάντο εγώ!», είπε και ελάλησε.

Και για να μη μείνει στα λόγια, ευθύς εξ΄αρχής, άπλωσε όλα της τα προικιά και τα ακριβά στολίδια σε κάθε γωνιά του σπιτιού και σε όλα τα ράφια. Ακόμα και τις αποδείξεις από τα ψώνια τις άφηνε όπου ήθελε αυτή και θα τις μάζευε όποτε αποφάσιζε η ίδια. Ναι, και τις τσάντες της˙ ναι, και τα παπούτσια της, σκόρπια παντού. Και τα ασιδέρωτα ρούχα, στοίβες. Λογαριασμό θα έδινε; Όποτε ήθελε θα τα τακτοποιούσε κι αν ήθελε!

«Μετακόμιση έχετε;», τόλμησε να ρωτήσει μια μέρα ο ταχυδρόμος, βλέποντας την ανακατωσούρα στο εσωτερικό του σπιτιού μέσα από την ανοιχτή πόρτα. Πού να ήξερε, ο άνθρωπος, ότι τέτοιες “εξυπνάδες” δεν περνούσαν στην αφέντρα της αρχοντικής οικίας.

«Α και να μου χαθείτε, αστοιχείωτοι!», έφτυσε την περιφρόνησή της η Δέσποινα στους «αμόρφωτους» της περιοχής και του έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα. Από τότε, δε δέχτηκε στο σπίτι της κανέναν «κουτσομπόλη». Μακριά όλοι τους !

Ε, τότε ήταν που έγινε η γνωριμία με τον Νίκο, από τηλεφώνου, όπως λέγαμε.

***

Μα… τι κάνουμε τώρα; Μας παρασύρουν οι λεπτομέρειες και πάμε πάλι πίσω; Αυτά τα είπαμε! Κοίτα τι σου κάνει ο χρόνος! Τρέχει και δε λέει να σταθεί ούτε ένα λεπτό, για να καταλάβουμε τι μας γίνεται…

Λέγαμε, λοιπόν, ότι η πεθερά τώρα είχε πάρει τα πάνω της. Μέχρι και τάξη στην ακαταστασία έβαλε, ενώ η μαμά-Χαρίκλεια έκανε αέρα με μια βεντάλια στην αναστατωμένη κόρη της.

«Τι σου συμβαίνει, καρδούλα μου; Δεν είναι μόνο ο Αργύρης που σου φταίει, ούτε η πεθερά σου· έτσι δεν είναι; Πες τα όλα στη μαμά. Πες τα μου για να ξαλαφρώσεις!», την ικέτευε με ραγισμένη φωνή.

Τι αναφιλητά ήταν εκείνα, ξαφνικά! Η αγκαλιά της μαμάς, σαν φωλιά, έλιωσε το μολύβι των αχρείαστων αντιστάσεων και, επιτέλους, άνοιξαν οι καταπακτές της ψυχής της. Όλο το καταχωνιασμένο της παρελθόν –μαζί με το παρόν– ξεχύθηκε προς τα έξω. Πικρό σαν δηλητήριο το παράπονο, της φαρμάκωνε τη ζωή: μόνο η «άσχημη» θα ήταν σε αυτή τη ζωή; Μόνο η «χοντρή» στο σχολείο, στη γειτονιά, για όλους; Μόνο με τη μεζούρα θα τη μέτραγαν σ’ αυτή τη γη – που να μην έσωνε να γεννηθεί και να γνωρίσει τα μέτρα της και τα σταθμά της!

«Γιατί, Θεέ μου; Εγώ δεν είμαι άνθρωπος; Κρέας είμαι και με μετράνε με το ζύγι;» Το κλάμα της δεν είχε πια σταματημό.

«Σώπα, κορίτσι μου, σώπα! Θα πεθάνω αν μου πάθεις κανένα κακό!»

Κάηκε η ψυχή της μαμάς-Χαρίκλειας. Άδικα πίστεψε κάποτε πως αυτή και μόνο αυτή θα μπορούσε να κρατήσει μακριά από τη μονάκριβή της κάθε κακό και κάθε πόνο; Τι δεν έκανε σωστά; Τι έφταιξε; Ποιος έφερε στο κορίτσι της αυτή την καταστροφή;

«Αυτή τα έκανε όλα!» ξέσπασε επιτέλους η Δέσποινα. «Αν δεν ήταν αυτή στη μέση, τίποτα δε θα άλλαζε. Η ξανθόψειρα, η κρυόκωλη, που μας κάνει και την ωραία! Θα την πατήσω στον λαιμό! Θα την κομματιάσω!» Έτρεμε τώρα η Δέσποινα!

Η Χαρίκλεια ανακάθισε θορυβημένη. Τι ήταν τούτα πάλι; Κάτι δεν της άρεσε στα λόγια της κόρης της.

«Για ποια μιλάς, παιδί μου;»

«Για την ανιψιά της Μαρίας.»

«Την Ηρώ, που μου έλεγες;»

«Ναι, αυτή την άχρηστη!»

«Τι σου έκανε, παιδί μου ακριβό;» αγρίεψε η μάνα-Χαρίκλεια.

Η Δέσποινα κατάπιε τη γλώσσα της. Τι ήταν αυτό που της ξέφυγε και πώς θα τα μπαλώσει τώρα; Θόλωσε το μυαλό της. Μέσα της άρχισαν να κοχλάζουν όλα τα κατακάθια της πίκρας για όσα ήθελε αλλά ποτέ δεν απόκτησε. Κι εκείνη –με τα ξανθά της μαλλιά και το λεπτό της κορμί– τα είχε όλα… όλα όσα η ίδια μόνο ονειρευόταν. Ακόμα και τα φιλιά του, αυτή τα χαιρόταν. Ναι, τα φιλιά του! Γιατί το ένιωθε, πως πολλά γίνονταν πίσω από την πλάτη της. Κι αυτή η «μικρή» –που να μην έσωνε να μεγαλώσει– της έλεγε ψέματα.

Τώρα όμως θα την έκαιγε. Όπως είχε καεί και η δική της καρδιά.

***

Συνεχίζεται…

19η συνέχεια <———

Ακολουθήστε μας και στο Google news
Ακολουθήστε μας και στο Youtube

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Exit mobile version