Λογοτεχνία

Συμφωνία… Νο 5

Ένα μυθιστόρημα της Μαίρης Μάκρα

(30η συνέχεια)

Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας – (Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)

***

( Σύνδεση με τα προηγούμενα: Στην καρδιά του χειμώνα, με τα παραθυρόφυλλα να τρίζουν και τη σόμπα να σιγοκαίει, η Ηρώ αναζητά μια ανάσα ελευθερίας. Μια βόλτα, ένα βιβλιοπωλείο, ένα όνειρο που δεν το απαγόρευσε (ακόμα) κανείς. Όμως, τι γίνεται όταν ακόμα και τα πιο αθώα καταφύγια μετατρέπονται σε “επικίνδυνες συνήθειες”; Πότε μια κόρη παύει να ανήκει στον εαυτό της;

* Διαβάστε τη συνέχεια μιας ζωής περιορισμένης, εκεί όπου το «θέλω» του νέου κοριτσιού συγκρούεται με τις -άνευ λογικής-απαγορεύσεις της πατρικής εξουσίας)

***

Μετά… δεν υπάρχουν πολλά. Μετράνε μόνο οι τέσσερις τοίχοι, ένα μπαλκόνι και ο ατελείωτος χρόνος που στοιβάζεται μέσα στο κλειστό σπίτι. Ευτυχώς, υπήρχαν και τα παράθυρα. Ένα προς ανατολάς, άλλο ένα προς δυσμάς και η μπαλκονόπορτα! Κοίτα να δεις, πόσες ευκαιρίες έχει αυτό το κορίτσι! Στέκεται κοντά στο παράθυρο –σε όποιο διαλέξει, δεν την εμποδίζει κανείς!- και αγναντεύει τα μακρινά φαινόμενα: ήλιος σήμερα, συννεφιά αύριο… σε λίγο θα φάμε… Πάει κι αυτή η μέρα… Πέρασε και η νύχτα…

Ευτυχώς και πάλι,που είχε μπει πια ο Σεπτέμβρης. Ξέρεις τι σπουδαίο πράγμα είναι ν’ αλλάζει ο καιρός; Η Ηρώ είχε τη μεγάλη τύχη να το εκτιμήσει πολύ. Στεκόταν, όπως πάντα, κοντά στο παράθυρο, αλλά τα αστραπόβροντα άλλαζαν εντελώς το εξωτερικό τοπίο. Και η βροχή! Ασταμάτητη, να σχηματίζει αυλάκια στο χωματόδρομο. Οι γάτες να τρέχουν για να κρυφτούν. Τα σπουργίτια να χώνονται κάτω από τα κεραμίδια του απέναντι σπιτιού. Σε λίγο, το σιδερένιο βαρέλι κάτω από την υδρορροή, θα γέμιζε με καθαρό βρόχινο νερό. Θα έλουζε μ’ αυτό τα μαλλιά της η Ηρώ. Ξέρεις πώς γίνονται τα μαλλιά όταν τα λούζεις με βρόχινο νερό; Σα μετάξι! Και τα μεταξένια μαλλιά αρέσουν τόσο πολύ στο Νίκο…! Ω, Θεέ μου! Αυτό το όνομα! Εκείνα τα μάτια!

Ο ουρανός κατέβαινε ως τη γη εκείνες τις ώρες… Έκλεινε τους δρόμους… Έπηζε τη σιωπή… Ο αέρας λιγόστευε… και μόνο με το βλέμμα προσπαθούσε ν’ ανοίξει δρόμο, να δει πιο μακριά… εκεί στο βάθος της πυκνής ομίχλης, ίσως… λέμε, ίσως… δεν ζητάμε πολλά… ίσως να φανεί το όμορφο πρόσωπό του…! Βάρος ασήκωτο πίεζε τότε τα πνευμόνια της. Τα πάντα σταματούσαν γύρω της. Ακόμα και η βροχή, δεν έπεφτε. Δεν κυλούσε το νερό στο δρόμο. Όλα γίνονταν σαν φωτογραφία ασπρόμαυρη! Σαν μία στιγμή! Κι εκείνη, μέσα στο ακινητοποιημένο τοπίο, αιχμάλωτη του χρόνου, που σαν αόρατη μηχανή την απαθανάτιζε… και την άφηνε να ζει μόνο μέσα στη μελωδία κάποιων αγαπημένων της τραγουδιών.

«Once there were green fields, parts by the sun…»

Η φωνή της άρχιζε με χαμηλές νότες να γεμίζει, πρώτα το δωμάτιό της κι ύστερα ν’ απλώνεται σε όλο το σπίτι. Η μαμά-Ευαγγελία άφηνε τότε το σκούπισμα στη μέση και καθόταν στην πρώτη καρέκλα που βρισκόταν κοντά της. Λέξη δεν έβγαινε από το στόμα της, λες και δεν ήθελε να χάσει ούτε το παραμικρό τσάκισμα αυτής της φωνής. Ολόκληρο το κορμί της γέμιζε, από κάτι τόσο μαλακό, τόσο απαλό και γλυκό που… τη λίγωνε, βρε αδερφέ! Δεν ήξερε τι να την κάνει τόση «γλυκαντζουρίαση», όπως την έλεγε, γι’ αυτό και εκνευριζόταν.

«Ιωάννηηη!», φώναξε τελικά. «Πάρ’ της κανένα ραδιόφωνο! Ν’ ακούει μόνη της τραγούδια και να ησυχάσει το κεφάλι μου! Με ζάλισε!».

Το είπε το πρωί! Το μεσημέρι έγινε! Ένα όμορφο ραδιόφωνο εγκαταστάθηκε στην τραπεζαρία. Πάνω στο ράφι το ραδιόφωνο! Κάτω στο πάτωμα η Ηρώ, με όλα τα βιβλία γύρω της.

«Θα σου ’ρθει στο κεφάλι, κάνε λίγο πιο πέρα!», γκρίνιαζε η μαμά κάθε φορά που έμπαινε σ’ αυτό το δωμάτιο, μα ποιός την άκουγε!

***

Το ραδιόφωνο και η Ηρώ είχαν γίνει ένα. Γι’ αυτό και μπόρεσε να ζήσει εκείνη την απίστευτη εμπειρία, που στάθηκε αδύνατον να περιγράψει ποτέ.

Διάβαζε τα αγγλικά της από τη Μέθοδο Άνευ Διδασκάλου και ταυτόχρονα άκουγε ένα μουσικό πρόγραμμα. Κάθε μελωδία διευκόλυνε την προσπάθειά της. Όλα καλά μέχρι εδώ. Ώσπου, κάποια στιγμή μέσα στο απόγευμα, το κλίμα άλλαξε. Στην αρχή ανεπαίσθητα, ύστερα πιο έντονα, άρχισε να υφαίνεται γύρω της ένας παραμυθένιος κόσμος. Κάτι ρευστό, μια μεταξένια ενέργεια έμοιαζε να κυλά στις φλέβες της. Το φως του απογευματινού ήλιου γέμισε το σπίτι. Οι τοίχοι εξαφανίστηκαν. Φρέσκια ανάσα ζωής γέμισε το στήθος της. Κι αν πεις για την ομορφιά! Την απερίγραπτη ομορφιά που γέμισε τα κύτταρά της, απλώθηκε σ’ όλο της το κορμί, την ανασήκωσε και την ανέβασε ψηλάάά… πάνω απ’ το σπίτι με τα κλειστά παραθυρόφυλλα! Πώς να την περιγράψει κανείς; Φαντάσου μόνο ότι, μέσα σ’ αυτό το παραδεισένιο βασίλειο, χώραγαν –λέει– ακόμη και οι καβγάδες του μπαμπά και της μαμάς. Έπαιρναν θέση ως ιδιαίτεροι ήχοι, μουσικές παρεμβάσεις σε μια συμφωνία συμπαντική. Εκεί όπου όλα γίνονταν ένα και μιλούσαν για μία Παγκόσμια Συνεννόηση ή για μια Παγκόσμια Ειρήνη… Δεν ήξερε ακριβώς. Τα λόγια μπερδεύονταν μέσα της.

Πόσο κράτησε αυτή η υπερκόσμια ευδαιμονία; Άγνωστο. Μια μπάσα φωνή, από το ραδιόφωνο, την επανέφερε κάποια στιγμή στην πραγματικότητα:

«Ακούσατε την” Συμφωνία Νο-5,του Μπετόβεν». Ακολούθησαν μερικά κουδουνάκια και ύστερα μία άλλη, γυναικεία φωνή πρόσθεσε:
«Ακούτε το Γ΄ Πρόγραμμα».
Συνέχισε να λέει κάτι… Μα η Ηρώ δεν το άκουγε πια!

Από την κουζίνα ερχόταν δελεαστική η μυρωδιά του μουσακά. Η Ηρώ δεν την ένιωθε. Μια φωτεινή λεωφόρος είχε ανοιχτεί μπροστά της και την καλούσε να την περπατήσει. Σαγηνευτικά.

Από εκείνη την ώρα, τα μάτια της έλαμπαν, λες κι είχε πυρετό. Το πρόσωπό της είχε αποκτήσει ένα όμορφο, ροδαλό χρώμα. Μέχρι κι ο μπαμπάς το παρατήρησε!

«Τι έχει η κόρη σου; Ερωτευμένη είναι;», ρώτησε καχύποπτα την Ευαγγελία.

Για να βγάλουν άκρη, βάλθηκαν κι οι δύο να ψάχνουν συρτάρια, τετράδια, σημειώσεις, χαρτάκια σε τσέπες. Έπρεπε να βρουν τι τους έκρυβε!

Ώσπου ν’ ανακαλύψουν και να συγκρίνουν μεταξύ τους τα «ενοχοποιητικά» στοιχεία που θα «ξεσκέπαζαν» τα μυστικά της κόρης τους, ο καιρός κύλησε. Τα πρωτοβρόχια πέρασαν και ο χειμώνας μπήκε δυναμικά.
Κρύο, χιονιάς, δυνατός αέρας. Τα παραθυρόφυλλα έτριζαν. Η ξυλόσομπα έκαιγε ολημερίς.

***

Ήταν ακόμη απόγευμα μιας παγωμένης μέρας, όταν η Ηρώ ένιωσε την ανάγκη να κάνει μια βόλτα ως την αγορά, για να ξεσκάσει λίγο. Σκόπευε να περάσει κι από το μεγάλο βιβλιοπωλείο, όπως συνήθιζε. Είχε γίνει πια το στέκι της, η μοναδική της έξοδος που δεν κακοφαινόταν στον πατέρα. Οτιδήποτε άλλο είχε κοπεί, ως επικίνδυνη συνήθεια.

«Για πού το έβαλες;», τη ρώτησε ήρεμα η μαμά.

«Μια βόλτα μέχρι κάτω… να πάρω αέρα…».

«Ξέρεις τι ώρα είναι;»,την ξαναρώτησε και χωρίς να περιμένει την απάντηση συμπλήρωσε «Μέχρι να πας, να χαζέψεις τις βιτρίνες και να γυρίσεις θα έχει σκοτεινιάσει».

«Και λοιπόν; Δεν καταλαβαίνω! Πού είναι το πρόβλημα;», απόρησε το κορίτσι.

«Ηρώ! Μη μου παριστάνεις την έξυπνη! Στο πηγαινέλα περνάς από το κτήμα με τις ελιές και θα είναι θεοσκότεινα!», ύψωσε τον τόνο της φωνής της η Ευαγγελία, πράγμα που έδειχνε ότι κάτι την ενοχλούσε περισσότερο απ’ όσο έδειχνε.

«Δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχείς, μαμά. Το κτήμα είναι δίπλα στο δρόμο. Δεν περνάω από μέσα. Κι ύστερα… πάντα έχει κόσμο εκεί, αλλά και φώτα πολλά», την καθησύχασε η Ηρώ.

Η Ευαγγελία όμως ήταν ανένδοτη.

«Εσύ μπορεί να μη φοβάσαι γιατί είσαι αφελής! Εγώ όμως έχω το νου μου! Δε θα σ’ αφήσω να καταστραφείς!», είπε και περίμενε ένα «ευχαριστώ», από ευγνωμοσύνη.

Η κόρη της όμως να πει «ευχαριστώ»! Αυτό το κορίτσι, παιδί μου, δεν καταλάβαινε τίποτε από τον πόνο μιας μάνας, γι’ αυτό και γούρλωσε πάλι τις ματάρες της. Πώς την εκνεύριζε αυτό το βλέμμα την Ευαγγελία!

«Σα χαζό… ντιπ για ντιπ χαζό! Πώς κοιτάς έτσι, παιδάκι μου; Δεν άκουσες για τη δασκάλα που την έκλεψε ένας τσοπάνης;».

«Ποιά δασκάλα;», ανησύχησε η Ηρώ και πήγε αμέσως η σκέψη της στη γνωστή τους δασκάλα, που έμενε κοντά στην εκκλησία της ενορίας τους.

«Τη δασκάλα από το Ηράκλειο της Κρήτης! Το έγραψε η εφημερίδα!».

Φώναζε τώρα η μαμά-Ευαγγελία, για να της δώσει να καταλάβει ότι όταν κάτι συμβαίνει εδώ, κουνιέται ο τόπος μίλια πιο πέρα! Λίγο το ’χεις να εξαπλωθούν, σαν επιδημία, οι απαγωγές και ν’ αρχίσουν τα κρούσματα!

«Μαμά! Σε παρακαλώ, λογικέψου!».

Τόλμησε ν’ αντιμιλήσει η Ηρώ! Τι το ήθελε! Σβουριχτό της ήρθε το χαστούκι στο στόμα, ενώ την ίδια ώρα έμπαινε ο μπαμπάς στο σπίτι και έφριξε!

«Αυθαδιάζεις στη μάνα σου; Που σχίζεται για να περνάς εσύ καλά! Αχάριστο πλάσμα! Τέρμα οι βόλτες στα βιβλιοπωλεία! Δεν θα ξεμυτίσεις αν δεν το επιτρέψω εγώ! Για να μάθεις να σέβεσαι!».

Έπεσε επωδός και… σφράγισε δια παντός τις επιθυμίες. Μετά… η Ηρώ κλείστηκε στο δωμάτιό της, «για να μάθει να σέβεται».

***

29η συνέχεια <———

Ακολουθήστε μας και στο Google news
Ακολουθήστε μας και στο Youtube

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Exit mobile version