Γράφει η Αγγελική Σαρικαβάζη
Η ομίχλη απλωνόταν σαν πέπλο αθόρυβο πάνω από το Οροπέδιο Λασιθίου, σβήνοντας τις αιχμηρές γραμμές των βουνών και μετατρέποντας τον κόσμο σε κάτι αβέβαιο, σχεδόν ονειρικό.
Οι ανεμόμυλοι, σιωπηλοί και ακίνητοι, έμοιαζαν με ξεχασμένους φρουρούς μιας άλλης εποχής, καθώς τα λευκά πανιά τους χάνονταν μέσα στη γαλακτερή θαμπάδα. Το φως του πρωινού δεν είχε ακόμη τη δύναμη να διαπεράσει το πυκνό αυτό στρώμα, κι έτσι όλα παρέμεναν βυθισμένα σε μια αδιόρατη, σχεδόν μεταφυσική ηρεμία.
Περπατούσα στο στενό χωμάτινο μονοπάτι που διέσχιζε το οροπέδιο, νιώθοντας την υγρασία να κολλά στο δέρμα μου, σαν ανάσα που δεν ανήκε σε κανέναν. Κάθε βήμα αντηχούσε πιο έντονα απ’ όσο θα περίμενα, λες και η σιωπή γύρω μου διόγκωνε κάθε ήχο, κάθε κίνηση. Τα δέντρα ξεπρόβαλλαν ξαφνικά μέσα από την ομίχλη, σαν σκιές που αποκτούσαν μορφή την τελευταία στιγμή, και ύστερα χάνονταν πάλι πίσω μου, αφήνοντας μόνο την αίσθηση πως κάτι με παρακολουθούσε.
Στάθηκα για λίγο και κοίταξα γύρω. Δεν υπήρχε ορίζοντας. Ο κόσμος τελείωνε λίγα μέτρα πιο πέρα, εκεί όπου η ομίχλη γινόταν αδιαπέραστη. Ήταν σαν να περπατούσα μέσα σε μια σκέψη, σε ένα όνειρο που δεν είχε ακόμη αποφασίσει τι θέλει να γίνει. Και τότε συνειδητοποίησα πως το τοπίο δεν ήταν απλώς ένας τόπος· ήταν μια κατάσταση. Μια παύση. Ένα ενδιάμεσο ανάμεσα στο πριν και στο μετά.
Από μακριά ακούστηκε ο ήχος ενός κουδουνιού. Ίσως από κάποιο κοπάδι, ίσως από έναν μοναχικό βοσκό που κινούνταν αθέατος μέσα στην ομίχλη. Ο ήχος αυτός, καθαρός και διακριτικός, έμοιαζε να διασχίζει τον χώρο χωρίς εμπόδιο, σαν να γνώριζε τον δρόμο που τα μάτια μου αδυνατούσαν να δουν. Τον ακολούθησα για λίγο, όχι γιατί περίμενα να βρω κάτι, αλλά γιατί ένιωθα πως με οδηγούσε σε μια αλήθεια που δεν μπορούσα ακόμη να ονομάσω.
Οι σκέψεις μου άρχισαν να ξετυλίγονται αργά, σαν κλωστή που τραβιέται από ένα παλιό υφαντό. Θυμήθηκα πρόσωπα, φωνές, στιγμές που είχαν χαθεί μέσα στον χρόνο, όπως ακριβώς τα βουνά είχαν χαθεί τώρα μέσα στην ομίχλη. Ίσως τελικά τίποτα δεν χάνεται· απλώς μεταμορφώνεται, γίνεται κάτι άλλο, λιγότερο σαφές αλλά εξίσου υπαρκτό.
Έσκυψα και άγγιξα το χώμα. Ήταν κρύο, υγρό, ζωντανό. Μια μυρωδιά γης ανέβηκε προς τα πάνω, γεμάτη μνήμες και υποσχέσεις. Εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή επαφή, ένιωσα για πρώτη φορά πως δεν ήμουν ξένος σε αυτό το τοπίο. Ήμουν μέρος του. Όπως η ομίχλη, όπως ο αέρας, όπως οι σκιές που γεννιούνταν και χάνονταν γύρω μου.
Ο χρόνος έμοιαζε να έχει επιβραδυνθεί. Δεν υπήρχε βιασύνη, δεν υπήρχε σκοπός. Μόνο η διαδρομή, μόνο η παρουσία. Και μέσα σε αυτή την παράξενη ακινησία, κάτι μέσα μου άρχισε να ξεκαθαρίζει. Όχι με τη μορφή απαντήσεων, αλλά με τη μορφή αποδοχής. Ίσως δεν χρειαζόταν να βλέπω καθαρά για να καταλάβω. Ίσως η αβεβαιότητα να ήταν η πιο ειλικρινής μορφή γνώσης.
Καθώς προχωρούσα, η ομίχλη άρχισε ανεπαίσθητα να αραιώνει. Σαν να αποτραβιόταν σιγά σιγά, αφήνοντας τον κόσμο να αποκαλυφθεί ξανά. Οι γραμμές των βουνών επέστρεφαν, οι ανεμόμυλοι αποκτούσαν μορφή, και το φως του ήλιου άρχισε να διαπερνά το τοπίο με μια διστακτική, αλλά αποφασιστική δύναμη.
Γύρισα πίσω και κοίταξα το μονοπάτι που είχα διανύσει. Τώρα φαινόταν καθαρά, απλό, σχεδόν ασήμαντο. Κι όμως, μέσα στην ομίχλη, είχε αποκτήσει μια άλλη διάσταση, μια άλλη βαρύτητα. Κατάλαβα τότε πως δεν ήταν το τοπίο που είχε αλλάξει, αλλά ο τρόπος που το είχα δει.
Η ομίχλη δεν ήταν εμπόδιο. Ήταν πρόσκληση. Μια ευκαιρία να χαθείς για λίγο, για να μπορέσεις να βρεις κάτι πιο ουσιαστικό από έναν προορισμό. Να βρεις τον εαυτό σου μέσα στην αβεβαιότητα, να ακούσεις τους ήχους που συνήθως καλύπτει ο θόρυβος της βεβαιότητας.
Καθώς ο ήλιος ανέβαινε ψηλότερα, το οροπέδιο απλωνόταν μπροστά μου καθαρό και φωτεινό. Η ομίχλη είχε σχεδόν εξαφανιστεί, αφήνοντας πίσω της μόνο μια αίσθηση, μια ανάμνηση. Ήξερα όμως πως, με έναν παράξενο τρόπο, δεν είχε φύγει πραγματικά. Είχε περάσει μέσα μου.
Και ίσως, σκέφτηκα, αυτό να ήταν το πιο αληθινό τοπίο απ’ όλα.
