Αρχαιολόγοι στην Αίγυπτο κατάφεραν να ανασύρουν από τον βυθό της Αλεξάνδρειας τεράστιους λίθους, βάρους έως και 80 τόνων, οι οποίοι συνδέονται με τον Φάρο της Αλεξάνδρειας, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.
Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στο ανατολικό λιμάνι της πόλης, όπου οι ερευνητές ανέσυραν συνολικά 22 ογκώδεις λίθους, σηματοδοτώντας σημαντική πρόοδο στην υποβρύχια αρχαιολογία της περιοχής.
Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας, χτισμένος στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. επί Πτολεμαίου Β΄ Φιλάδελφου, ήταν ένα από τα ψηλότερα κτίσματα της εποχής, ξεπερνώντας τα 100 μέτρα. Καταστράφηκε ολοκληρωτικά μέχρι τον 14ο αιώνα μ.Χ. λόγω σεισμών και διάβρωσης της ακτογραμμής, ενώ τα υπολείμματά του παρέμειναν βυθισμένα για αιώνες.
Με τη βοήθεια σύγχρονης τεχνολογίας, οι αρχαιολόγοι εντόπισαν και ανέσυραν αρχιτεκτονικά στοιχεία όπως υπέρθυρα, στηρίγματα θυρών, κατώφλια και μεγάλες πλάκες δαπέδου, ενώ εντοπίστηκε και ένας άγνωστος μέχρι σήμερα τύπος πυλώνα με αιγυπτιακά στοιχεία, που αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα της αρχιτεκτονικής του Φάρου και τις συνδυασμένες ελληνικές και αιγυπτιακές επιρροές.
Η ανασκαφή εντάσσεται στο διεθνές πρόγραμμα Pharos, υπό την καθοδήγηση της αρχαιολόγου Isabelle Hairy, που στοχεύει στη δημιουργία ενός ψηφιακού διδύμου του μνημείου. Οι ερευνητές θα προχωρήσουν σε λεπτομερή σάρωση και ανάλυση των λίθων για να μελετήσουν τις τεχνικές κατασκευής και να αναδημιουργήσουν ψηφιακά τη δομή του Φάρου.
Η βυθισμένη περιοχή καλύπτει τουλάχιστον 13.000 τετραγωνικά μέτρα και περιλαμβάνει πάνω από 3.000 ευρήματα, όπως αρχιτεκτονικούς λίθους, αγάλματα και μεταλλικά εξαρτήματα από χαλκό, σίδηρο και μόλυβδο. Οι υποβρύχιες ανασκαφές ξεκίνησαν το 1994 και συνεχίζονται ετησίως, δημιουργώντας εκτενείς χάρτες και βάσεις δεδομένων για την ιστορική μελέτη της περιοχής.
Το έργο υποστηρίζεται από το Γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών και το Αιγυπτιακό Υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων, ενισχύοντας τη διεθνή συνεργασία για την ανάδειξη και ψηφιακή ανασύνθεση ενός από τα πιο εμβληματικά μνημεία της αρχαιότητας.
