Ειδήσεις και Νέα

Το έργο είχε ξεκινήσει προ πολλού

Του Σίμου Ιωσηφίδη

Το έργο είχε ξεκινήσει προ πολλού.

Σαράντα χρόνια πριν, στις απαρχές της εφηβείας, τότε που έμοιαζαν όλα μπορετά, δίχως σπαράγματα και γρίφους. Τότε που τα συμβαίνοντα έκαναν το αιώνιο έμβλημα του νοήματος μια ονειρική παραίσθηση.

Θυμάμαι καλά εκείνο το μέρος, αρκετή απόσταση από το πατρικό μου. Αρκούσε να διασχίσεις την ανηφόρα της οδού Μικελίου και να κόψεις αριστερά στον τραχύ ανώνυμο χωματόδρομο.

Ποτέ δεν είχα ολοκληρώσει αυτή την διαδρομή. Στην εγκαταλελειμμένη εκκλησία, πάντα διέκοπτα. Καθόμουν πάντα σε μια περίτεχνα λαξευμένη πέτρα και σκεφτόμουν τον γυρισμό. Μαζί με τα όσα έζησα. Πόσο ελκυστικές μού φαίνονταν οι μέρες που πόνεσαν…

Στο διάστημα της πεζοπορίας, μπαίνοντας σε αυτή την χωμάτινη ατραπό, ένα έρημο παρατημένο καλντερίμι, η ψυχολογία μου δεν διέφερε πολύ από την γλυκιά και δειλή ναυτία του ερωτευμένου λίγη ώρα πριν το πρώτο ραντεβού. Σμήνη πουλιών αποσπούσαν το βλέμμα, επιφέροντας μιαν αναστάτωση. Τιτίβιζαν φάλτσα και εκκωφαντικά, κάτι σαν υπόκρυφες παραδείσιες ομιλίες όπως τις αποκαλούσαν οι Άραβες μυστικοί του 17ου αιώνα. Κι όσο ανέβαινες τόσο ένιωθες να ξεπερνάς την ανθρώπινη γλώσσα. Μαζί και τις λοιπές αισχρές παρερμηνείες που προκαλούσε αυτή. Ήταν μια ονειρική ανηφορική διάβαση που αγνοούσε την κυριολεξία.

Στα αριστερά η μόνιμη ηλιόφωτη θαμνώδης εικόνα ερχόταν σε αντίθεση με την γκρίζα ψηλή μάντρα της απέναντι πλευράς. Αυτή η μάντρα ήταν πολύ μακριά, μια επιμήκης σαγρέ επιφάνεια, παραδόξως, χωρίς οπαδικά ή πολιτικά συνθήματα που συνόδευε όλη μου την διαδρομή. Η μαγεία αυτής της ανάβασης, στην σκιά του τοίχου, καθιστούσε το βιβλίο αντικείμενο που είχε χαθεί, σαν ένα πληροφοριακό σήμα που επιζητούσε μιαν αδιάφορη κατανάλωση. Εδώ διάβαζες μονάχα τον δρόμο και η όποια ηθική ενός παλαιού τύπου ανάγνωσης, με τον δείχτη επάνω στην φράση και το κεφάλι κυρτό φερειπείν, φαινόταν αναχρονιστική.

Το ένστικτο σού υποδείκνυε την ανηφορική πορεία. H ύστατη παρέμβαση του Πατέρα (του Ποιητή, του Λυρικού με κεφαλαία) του Συγγραφέα της Κόλασης, του Αποκαλυψιακού, εκείνου με τους καφκικούς ή μισανθρωπικούς όρους, έμοιαζαν να αυτοαναιρούνται, όπως και η σκυρόστρωση του δρόμου.

Τέτοια δύναμη είχε για μένα αυτή η ζοφώδης πορεία πλάι στην μάντρα της Ανάστασης. Η μέρα ήταν σαν νύχτα και η όποια κριτική ήταν αδύναμη και άφηνε τους γραφιάδες να κοιμούνται ήσυχα. Το όραμα του Βέβηλου που, φυσικά, προϋπέθετε την αγνή γνώση του Αγαθού διαλυόταν μιαν ώρα αρχύτερα αφού το Αγαθό ήταν, πλέον, αναξιόπιστο.

Και η πορεία αυτού του ανηφορικού ανώνυμου δρόμου συνέχιζε… Ένα παλιό εγκαταλελημμένο κτήριο στην άλλη πλευρά σηματοδοτούσε πως η διαδρομή μου είχει φτάσει περίπου στα μισά. Ίσως και λίγο παραπάνω. Ένας ελαφρύς άνεμος θρόιζε τα ψηλά σημεία των δέντρων, ακουγόνταν απαλά, χάιδευε τα φύλλα τους σαν κάποιο μυστηριακό σάλπισμα. Ίσως αυτός ο ήχος να προερχόταν και από άλλα σημεία των φυλλωσιών αλλά έξω από την μάντρα φαίνονταν μόνον οι κορυφές τους. Πόσο απειλητικό λίκνισμα!

Στο τοπίο συνολικά υπήρχε μια έλλειψη απεικόνισης λες και το πραγματικό είχε τρωθεί ριζικά. Μια επερχόμενη καταστροφή ίσως να σκίαζε τα βήματα κάτι που ομολογούσε και μία επιγραφή στον γκρίζο τοίχο: «mundi termino appropinquante», έγραφε.

Ο περιλάλητος θάνατος μιας πτωτικής διαδρομής, που τόσο ονειρικά είχε διεκτραγωδήσει ο Ρολάν Μπαρτ, φαινόταν ξεκάθαρα από μια σειρά δυσοίωνων μεταφορών. Και σε αυτή την κατάσταση κωφαλαλίας συνέχιζες τον έρημο χωματόδρομο. Και όσο συνέχιζες τόσο γινόταν περισσότερο κατανοητό πως το ιδεώδες είναι να ονειρεύεσαι τη ζωή σου ενώ συνάμα τη ζεις.

Μια μύχια εσωτερικότητα της στιγμής, κάτι σαν τον πυρήνα ενός αθρόου συμβάντος που δονείται πανταχού και ταυτόχρονα είναι παρόν και ασύλληπτο. Και σε αυτό το μονοπάτι ό,τι αντικείμενο φωτιζόταν δεν ήταν σημαντικό καθαυτό αλλά εξαιτίας του φωτός. Πόσο μυστήριο και καθηλωτικό ήταν αυτό το φως… Σκούρο πορτοκαλί στα δεξιά, ίσα που μπορούσες να διακρίνεις τις αιχμηρές πέτρες. Εν πολλοίς, η όποια μορφή, η κάθε κατασκευή είχε έναν αυτοσκοπό: την απόσπαση του ζώντος από την ιερότητα του θανάτου.

Φτάνοντας στην εκκλησία αντίκρισα και πάλι τις ανοιχτές πόρτες. Ήταν τρεις και οδηγούσαν σε διαφορετικές ρότες. Πάντα σε αυτό το σημείο έκανε ρεύμα φυσώντας αρκετά. Το αγιάζι ήταν αισθητό. Σεργιάνισα ξανά τα άδεια προαύλια. Το βορινό οδηγούσε σε έναν λόφο με διάσπαρτες σκηνές που ήταν εκατοντάδες και πολλά μέτρα μακριά. Χάνονταν τα μεγέθη τους στον ορίζοντα. Ήταν όλες σκούρες και είχαν μιαν απόχρωση φωτιάς. Μύριζαν θειάφι.

Κάθισα στην πέτρα και σκέφτηκα πως σε αυτό το αχανές τοπίο δεν είχα δει ποτέ άνθρωπο. Μόνο κάποια άφωνα πουλιά μεσουρανούσαν κάπου στα βάθη του φόντου. Προφανώς ήξερα πως αυτός ήταν και ο λόγος που δεν πλησίαζα ποτέ εκεί. Ωχριούσα στην ιδέα μήπως με περίμενε κάποιος από καιρό. Κι εκεί θυμόμουν τον ποιητή. «Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα / που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά».

Υπηρέτης της νοσταλγίας, ανέσυρα πάλι το μικρό παιδί. Τα παιγνίδια της γειτονιάς ως κάτι εφάμιλλο της ανάγνωσης των αστερισμών. Αυτοί που προσβλέπουν επίμονα στο μέλλον, σκέφτηκα, έχοντας ακυρώσει αμετάκλητα την μνήμη, θα με θεωρούσαν ανόητο. Κι όμως η νοσταλγία μου δεν ήταν φόβος για το παρόν -απεναντίας!

Ήταν η αναμονή του αληθινού.
Ήταν αυτός ο χωμάτινος δρόμος.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Σχετικές αναρτήσεις

EFSA: Σε τρία χρόνια η εξάλειψη της ευλογιάς με τον εμβολιασμό

e-enimerosi

Σεισμός 4,9 Ρίχτερ ταρακούνησε την ανατολική Τουρκία

e-enimerosi

Καταγγελίες για καύση λιγνίτη στην Αχλάδα: Θεσμικά ερωτήματα για τη διάθεση καυσίμου σε ιδιώτες

Χρήστος Μουρτζούκος