Σε μία από τις πιο θλιβερές στιγμές της κοινοβουλευτικής ζωής της χώρας, το ελληνικό Κοινοβούλιο μετατράπηκε σε πεδίο θεσμικού εκτροχιασμού, με πρωταγωνιστή την κυβερνητική πλειοψηφία.
Η χθεσινή συνεδρίαση για τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής σχετικά με τις καταγγελίες για τους πρώην υπουργούς Μάκη Βορίδη και Λευτέρη Αυγενάκη, υπό το φως των αποκαλύψεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, εξελίχθηκε σε ένα κοινοβουλευτικό φιάσκο.
Η Νέα Δημοκρατία, μπροστά στον φόβο διαρροών και απρόβλεπτων εξελίξεων στη μυστική ψηφοφορία, επέλεξε τη στρατηγική της αποχής, την οποία όμως συνόδευσε με μια πρωτοφανή κατάχρηση του θεσμού της επιστολικής ψήφου. Ενώ αρχικά η κυβερνητική παράταξη έδειχνε αποστασιοποιημένη, εμφανίστηκε ξαφνικά με δεκάδες επιστολικές ψήφους, αποκλείοντας τη δυνατότητα έγκρισης των προτάσεων της αντιπολίτευσης για προανακριτική επιτροπή.
Το σκηνικό στη Βουλή ήταν αποκαρδιωτικό. Ελάχιστοι κυβερνητικοί βουλευτές παρόντες στην αίθουσα, σύσσωμη η αντιπολίτευση να αποχωρεί καταγγέλλοντας αντικοινοβουλευτικές πρακτικές, και μία διαδικασία που απείχε πολύ από τις αρχές της διαφάνειας και του κοινοβουλευτικού ήθους. Ο πρόεδρος της Βουλής και η κυβέρνηση επέτρεψαν να εξελιχθεί η συζήτηση σε μια διαδικασία που χαρακτηρίστηκε από την αντιπολίτευση ως “πραξικόπημα”, ενώ δεν έλειψαν οι εντάσεις και οι καταγγελίες για παραβίαση του Κανονισμού της Βουλής.
Η ουσία της υπόθεσης αφορά σοβαρότατες καταγγελίες για κακοδιαχείριση κοινοτικών κονδυλίων μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ. Σύμφωνα με τη δικογραφία που έχει φτάσει στη Βουλή από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υπάρχουν ενδείξεις για λειτουργία ενός μηχανισμού που, με πολιτική καθοδήγηση, φέρεται να χρησιμοποίησε ευρωπαϊκά κονδύλια για εξαγορά ψήφων σε κρίσιμες εκλογικές περιφέρειες, όπως η Κρήτη. Η υπόθεση δεν αγγίζει απλώς τη διαφάνεια και τη χρηστή διαχείριση δημόσιων πόρων, αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης του πολιτικού συστήματος με τη Δημοκρατία.
Παρότι το Σύνταγμα προβλέπει ξεκάθαρα ότι για τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής απαιτούνται τουλάχιστον 151 θετικές ψήφοι, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε την επιστολική ψήφο για να ελέγξει το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από ανοιχτές πολιτικές συγκρούσεις και ενεργή συμμετοχή όλων των κομμάτων. Οι 83 ψήφοι που καταμετρήθηκαν, οι περισσότεροι με επιστολή, οδήγησαν στην απόρριψη των προτάσεων, με τη ΝΔ και μερικούς ανεξάρτητους βουλευτές να μονοπωλούν τη διαδικασία.
Το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ έκαναν λόγο για θεσμική εκτροπή. Ο Νίκος Ανδρουλάκης κατήγγειλε «πρωτοφανή καταστρατήγηση του Συντάγματος» και δεσμεύτηκε πως το κόμμα του θα επανέλθει με νέες πρωτοβουλίες. Ο Σωκράτης Φάμελλος του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτήρισε την όλη εξέλιξη ως “κοινοβουλευτικό πραξικόπημα”, κατηγορώντας τον πρωθυπουργό ότι «μαντρώνει τους βουλευτές του» και προσπαθεί να συγκαλύψει τις ευθύνες.
Η ουσία όμως παραμένει: η εικόνα μιας κυβέρνησης που επιλέγει να παρακάμψει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, αδιαφορώντας για το πολιτικό κόστος και απαξιώνοντας τις ευρωπαϊκές θεσμικές διαδικασίες. Η προσχηματική χρήση του Κανονισμού, η απουσία φυσικής παρουσίας και η καταφυγή στην επιστολική ψήφο αναδεικνύουν ένα πολιτικό σύστημα που λειτουργεί με όρους κλειστής εξουσίας και όχι διαφάνειας.
Πέρα από τη νομική και θεσμική διάσταση, υπάρχει και η πολιτική πραγματικότητα: η κυβέρνηση εμφανίζεται να στερείται της εμπιστοσύνης όχι μόνο της κοινωνίας, αλλά πλέον και της πλειοψηφίας εντός του Κοινοβουλίου. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ξεκάθαρα πως πρόκειται για κυβέρνηση μειοψηφίας, με περιορισμένη νομιμοποίηση για τέτοιου είδους πολιτικούς χειρισμούς.
Η χθεσινή νύχτα στη Βουλή δεν ήταν απλώς μια κακή μέρα για τη Δημοκρατία. Ήταν μια οργανωμένη προσπάθεια φίμωσης της αλήθειας και προστασίας υπόπτων κυβερνητικών στελεχών από τον θεσμικό έλεγχο. Και το μήνυμα που εκπέμπεται εντός και εκτός Ελλάδας είναι πως η κυβέρνηση δεν διστάζει να παραβιάσει ακόμα και τα ελάχιστα θεσμικά όρια για να διατηρήσει τον έλεγχο.
Το πολιτικό κόστος αυτής της επιλογής μένει να αποτυπωθεί στις κάλπες. Η κοινωνία όμως ήδη έχει βγάλει τη δική της ετυμηγορία: δυσπιστία, αγανάκτηση και απαίτηση για κάθαρση.


Του