Γράφει ο Μουρτζούκος Χρήστος
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οδηγείται, μεθοδικά και συνειδητά, σε ακόμη ένα στρατηγικό αδιέξοδο. Στο όνομα μιας βιομηχανικής παραγωγής που τα τελευταία χρόνια φθίνει, επιλέγει να θυσιάσει τον πρωτογενή της τομέα, τον μοναδικό τομέα που εγγυάται διατροφική ασφάλεια, κοινωνική συνοχή και εθνική ανθεκτικότητα.
Το αποτέλεσμα εκείνης της πολιτικής το γνωρίζουμε. Μια χώρα χωρίς αυτάρκεια, εξαρτημένη από εισαγωγές, ευάλωτη σε κάθε διεθνή κρίση και ανίκανη να διασφαλίσει βασικά αγαθά στους πολίτες της.
Σήμερα, το ίδιο μοντέλο εφαρμόζεται σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.
Η Ευρώπη ζητά από τους αγρότες της να παράγουν με το υψηλότερο κόστος στον κόσμο: αυστηρούς περιβαλλοντικούς κανόνες, περιορισμούς φυτοφαρμάκων, ενεργειακή ακρίβεια, εργασιακά πρότυπα που αυξάνουν συνεχώς τα έξοδα. Την ίδια στιγμή, ανοίγει τις αγορές της σε προϊόντα τρίτων χωρών που δεν δεσμεύονται από κανέναν από αυτούς τους κανόνες.
Αυτό δεν είναι ελεύθερο εμπόριο. Είναι θεσμοθετημένος αθέμιτος ανταγωνισμός.
Και ενώ η ευρωπαϊκή βιομηχανία χάνει έδαφος απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία, αντί να υπάρξει σοβαρό σχέδιο ανασυγκρότησης, επιλέγεται ο εύκολος δρόμος: η εισαγωγή φθηνών πρώτων υλών και τροφίμων εις βάρος της εγχώριας παραγωγής.
Πρόκειται για πολιτική χωρίς στρατηγικό βάθος. Χωρίς εθνική, και ευρωπαϊκή προνοητικότητα.
Οι συνέπειες αυτής της πορείας δεν θα φανούν άμεσα. Θα φανούν όμως αναπόφευκτα. Σε μία ή δύο δεκαετίες, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή διατροφική κρίση: όχι μόνο ως προς την επάρκεια, αλλά κυρίως ως προς την ποιότητα και την οικονομική πρόσβαση των πολιτών στα βασικά τρόφιμα.
Η διατροφική αυτάρκεια δεν είναι αναχρονισμός. Είναι ζήτημα εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας. Όποιος την εγκαταλείπει, παραδίδει το μέλλον του σε αγορές, πολυεθνικά συμφέροντα και γεωπολιτικούς συσχετισμούς που δεν μπορεί να ελέγξει.
- Χωρίς πρωτογενή τομέα δεν υπάρχει κοινωνική σταθερότητα.
- Χωρίς κοινωνική σταθερότητα δεν υπάρχει δημοκρατία.
- Και χωρίς δημοκρατία, δεν υπάρχει Ευρώπη.
Η ένωση που γεννήθηκε για να εγγυηθεί την ευημερία των λαών της, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια αγορά χωρίς παραγωγή, χωρίς αγρότες και τελικά χωρίς πολίτες με αξιοπρέπεια.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν αυτή η πολιτική θα αποτύχει.
Το ερώτημα είναι πόσο ακριβά θα πληρωθεί, και από ποιους.
