Γράφει η Δέσποινα Χιντζογλου-Αμασλιδου
Το 1889, τέσσερες μαθητές της Οθωμανικής στρατιωτικής ιατρικής σχολής οργάνωσαν το Κομιτάτο Ένωση και Πρόοδος, με σκοπό μια φιλελεύθερη μεταρρύθμιση. Λίγο αργότερα ο σουλτάνος την εξάρθρωσε, αλλά παρόλα αυτά συνέχισε να δραστηριοποιείται στο Παρίσι, με αρχές την ισότητα, την ελευθερία, την αδελφότητα και τη δικαιοσύνη. Οι οπαδοί της ονομάστηκαν Νεότουρκοι, από την εφημερίδα «Νέα Τουρκία» που εξέδιδε η οργάνωση. Ετερόθρησκη όμως και ετεροεθνής όπως ήταν, γρήγορα άλλαξε πρόσωπο και κινούνταν τελικά με σύνθημα «η Τουρκία για τους Τούρκους».
Η πρώτη φάση της Γενοκτονίας αρχίζει με τον Ενβέρ Πασά, τον Τααλάτ μπέη και τον Τζεμάλ πασά, που πραξικοπηματικά το 1913 παίρνουν την εξουσία. Την περίοδο αυτή περίπου, μεγάλη Γερμανική αντιπροσωπία με επικεφαλής τον Λήμαν φον Σάντερς, οργανώνουν τον Τουρκικό στρατό και ιδρύουν την Ειδική Οργάνωση που έχει σκοπό της την εξόντωση των μειονοτήτων.
Στη δεύτερη φάση της Γενοκτονίας μετά το 1914, οι Τούρκοι με τη συμπαράσταση και καθοδήγηση των Γερμανών συμμάχων τους, ξεκινούν νέους τρόπους εξόντωσης: τη στρατολόγηση σε ειδικές ομάδες, τα τάγματα εργασίας, τις μαζικές εξορίες ολόκληρων χωριών- τον λεγόμενο λευκό θάνατο- τις επιτάξεις, τις αρπαγές κα.
Η τρίτη φάση της Γενοκτονίας όμως είναι η χειρότερη, είναι η Κεμαλική, και θα κρατήσει από τον Μάιο του 1919 ως τον Οκτώβριο του 1922.
Με την Συνθήκη των Βερσαλλιών, του Σαιν Ζερμαίν, του Νεϊγύ και των Σεβρών, από το 1919 ως το 1920, οι νικήτριες μεγάλες δυνάμεις αρχίζουν να μοιράζουν τη λεία του πολέμου, να αλλάζουν τα σύνορα κατά τα συμφέροντά τους και το διπλωματικό αυτό παιχνίδι έχει θύμα την Ελλάδα. Η Τουρκία λοιπόν βάζει στόχο να απαλλαγεί από τους φιλοπρόοδους και ευκατάστατους Έλληνες και Αρμενίους και αρχίζει να χρησιμοποιεί γι αυτό τα γνωστά βάρβαρα κι εξοντωτικά μέσα. Το αντάρτικο του Πόντου δημιουργείται σιγά-σιγά από πυρήνες φυγόστρατων και λιποτακτών από τα «αμελέ ταμπουρού» για την προστασία των χωριών και όχι όπως έλεγαν οι Τούρκοι για να ανεξαρτητοποιηθεί ο Πόντος. Επίτηδες συνέδεσαν το αντάρτικο με το Ποντιακό, για να εξαπατήσουν έτσι την διεθνή κοινή γνώμη και να αιτιολογήσουν τους διωγμούς και τις βιαιότητες που είχαν μεθοδευμένα αρχίσει.
«Έχω όπλο την αγχόνη», διατυμπάνιζε ο Κεμάλ στην αρχή της ανταρσίας του το 1919. Τέσσαρες λέξεις όλες κι όλες, αρκετές όμως για να καταλάβει κάποιος το πρόγραμμα και το σύστημα που είχε κατά νου, το οποίο κατάφερε να εφαρμόσει με την βοήθεια των Γερμανών, που λειτούργησαν ως σύμβουλοί του. Από το 1910 ήδη, ο Γερμανός πρέσβυς Βανγκεχάιμ, μαζί με τους βοηθούς του, Πώλ Βάιτς (ανταποκριτή εφημερίδας) και Χούμαν (ακόλουθο πρεσβείας), είχαν αρχίσει να συμμετέχουν ενεργά στα διοικητικά και στρατιωτικά δρώμενα της Τουρκίας. Το 1913 όμως, η πολυπληθής στρατιωτική αποστολή υπό τον στρατηγό Λήμαν φον Σάντερς, ήρθε και κατέλαβε όλες τις νευραλγικές θέσεις στον Τουρκικό στρατό, με άμεσο σκοπό τον εκσυγχρονισμό του και απώτερο…την απαλλαγή της Τουρκίας από τους Έλληνες και τους Αρμενίους. Μάλιστα, ο Ταλαάτ πασάς, στους βουλευτές του, που αντιδρούσαν για τον ρόλο της Γερμανίας στη χώρα τους, διατυμπάνιζε περήφανα…«Θα πάρουμε τη βοήθεια των Γερμανών για την αναδιοργάνωση του κράτους μας και ύστερα θα τους διώξουμε σε 24 ώρες…». Ο απώτερος σκοπός για την απαλλαγή της Τουρκίας από τους ξένους λαούς, αποκαλύφθηκε γρήγορα. Η απόφαση για την απομάκρυνση του Ελληνικού στοιχείου από τα παράλια και τις πόλεις για την ασφάλεια δήθεν του Τουρκικού στρατού… πάρθηκε από την Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας και η τελική διαταγή δόθηκε από τον στρατιωτικό διοικητή της 4ης μεραρχίας τον Νουρεντίν πασά, τον μετέπειτα δήμιο της Σμύρνης.
Οι καταγγελίες και ο θόρυβος που έγινε από τους πρέσβεις, τους διπλωμάτες και τα άλλα σημαίνοντα πρόσωπα όλο το διάστημα που γίνονταν οι βιαιότητες κι οι διωγμοί, αναστάτωσαν κάπως την Δύση και έτσι στήθηκαν κάποια έκτακτα στρατοδικεία, όχι όμως και ιδιαίτερα αποτελεσματικά. Αυτά δίκασαν αρχηγούς των Νεοτούρκων και Γερμανούς, ως υπεύθυνους σφαγών και εκτοπισμών, αλλά τελικά ελάχιστες αποφάσεις εκτελέσθηκαν. Ένας απ’ αυτούς που καταδικάστηκαν, ήταν ο Κεμάλ μπέης, κυβερνήτης της Υοσγάτης, που δικάσθηκε για σφαγές και διώξεις στην περιοχή του και εκτελέσθηκε τον Απρίλιο του 1919. Τον αναφέρω γιατί η Υοσγάτη ήταν η γενέτειρα του παππού μου και ίσως ο Κεμάλ μπέης και οι βάρβαρες πρακτικές του, να ήταν και η αιτία, που έφυγε από την Υοσγάτη και πήγε να ζήσει στην Σαμψούντα, πράγμα που δεν του βγήκε τελικά σε καλό. Από τα στρατοδικεία αυτά, πολλοί κρίθηκαν ένοχοι, καταδικάστηκαν και φυλακίσθηκαν στη Μάλτα, ανάμεσά τους και οι Γερμανοί, ο Λήμαν φον Σάντερς και το επιτελείο του. Απ’ αυτούς πολλοί δήθεν… δραπέτευσαν, άλλοι ανταλλάχτηκαν με Άγγλους αιχμαλώτους και τελικά όλοι επαναπατρίσθηκαν.
Αναφορές αυτών των βιαιοτήτων υπάρχουν χιλιάδες… Στη Μαύρη Βίβλο του Πατριαρχείου το 1919, για τις διώξεις στην Αδριανούπολη, τις 40 Εκκλησιές, την Καλλίπολη, την Νικομήδεια, την Νίκαια, την Προύσα, την Κύζικο, την Άγκυρα, το Ικόνιο, την Καισσάρεια, την Πισιδία και βέβαια… τον Πόντο. Στην Λευκή Βίβλο, με τις εκθέσεις των Διασυμμαχικών Επιτροπών, που ήρθαν να ερευνήσουν για τις αναφορές και φυσικά χιλιάδες γράμματα, τηλεγραφήματα και επίσημα έγγραφα του Γερμανού Καραβαγγέλη, μητροπολίτη Αμασείας, του Μητροπολίτου Τραπεζούντας Χρύσανθου, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Γάλλου πρόξενου Λεπισιέ, των Βρετανών αξιωματούχων του επιτελείου, του Αμερικανού πρέσβυ στην Κωνσταντινούπολη Χέρνυ Μοργκεντάου, του Άγγλου πρέσβυ Μίκαελ Σμιθ στο βιβλίο του «Το όραμα της Ιωνίας», του Τζώρτζ Χόρτον στο βιβλίο του «Η μάστιγα της Ασίας» και σε πολλά άλλα.
Σαμψούντα
Οι εκτοπίσεις στην περιοχή της Σαμψούντας άρχισαν στις 26 Οκτωβρίου του 1920. Γύρω στα μεσάνυχτα συνέλαβαν 72 Αμισινούς , τους φυλάκισαν στην αρχή και μετά μαζί με τις οικογένειές τους, τους επιβίβασαν σε Αυστριακό πλοίο και άρον-άρον τους έδιωξαν. Την άλλη μέρα κατέσχεσαν τις περιουσίες τους και έβγαλαν αμέσως σε πλειστηριασμό τις οικοσκευές τους.
Στις 22 Ιανουαρίου του 1921, 83 προύχοντες της περιοχής, ανάμεσά τους ο Επίσκοπος Ζήλων Ευθύμιος, κληρικοί, καθηγητές, έμποροι, υπάλληλοι της Οθωμανικής Τράπεζας, υπάλληλοι του Μονοπωλείου Καπνού (Ρεντζί), φυλακίσθηκαν με την κατηγορία, ότι ήταν αναμεμιγμένοι στο θέμα της ανεξαρτητοποίησης του Πόντου και κρεμάσθηκαν λίγες μέρες αργότερα στην πλατεία της Αμάσειας. Από τις αρχές μέχρι τις 20 Αυγούστου του 1921, οδηγήθηκαν σ’ αυτό το δικαστήριο ανεξαρτησίας πολλοί Έλληνες, η πνευματική, εμπορική και κοινοτική ηγεσία και με την καθοδήγηση του φανατικού δικαστή Εμίν μπέη οι 177 οδηγήθηκαν στην αγχόνη και άλλοι πολλοί στις φυλακές.
Μια νύχτα, στις αρχές του καλοκαιριού του 21, τσανταρμάδες με τον μουτασερίφη (πολιτικό διοικητή της πόλης) επικεφαλής μάζεψαν σε λίγες ώρες 1320 άτομα και τα έστειλαν με τη βοήθεια των Τσετών του Τοπάλ Οσμάν σε εξαντλητική πορεία. Ήταν η πρώτη αποστολή (σεφκιάτ). Στην τοποθεσία Καβάκ (Λεύκες), 46 χιλιόμετρα από την Σαμσούντα και την ώρα που αναπαύονταν, τους επιτέθηκαν με πολυβόλα από τις γύρω κορφές. Οι 700 σκοτώθηκαν κι οι υπόλοιποι συνέχισαν για την Μαλάτεια. Όλοι κουβαλούσαν μαζί τους μέχρι και 2000 λίρες, (που τις μάζεψαν βέβαια οι Τούρκοι), γιατί σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις των κυβερνητικών υπαλλήλων, όταν τους συνέλαβαν, θα μπορούσαν να ασχοληθούν με επιχειρήσεις, εκεί που θα πήγαιναν.
Η δεύτερη αποστολή 5-18 Ιουνίου 1921 με 677 άνδρες έφθασε ευτυχώς σώα στην Αμάσεια, γιατί ο κατής (ιεροδικαστής), Σουλεϊμάν εφέντης, συγκινήθηκε από την κατάντια των αιχμαλώτων, αναθεμάτισε τους αίτιους αυτής της τραγωδίας και αποφάσισε να τους προστατεύσει στον δρόμο και μετά στην πόλη διέταξε παντοπωλεία, ταχυδρομεία και εστιατόρια να μείνουν ανοιχτά όλη νύχτα για να εξυπηρετήσουν τους αιχμαλώτους.
Στη τρίτη αποστολή 7-20 Ιουνίου, συνελήφθησαν 1085 νέοι άνδρες. Στο Τζουμπούς-χαν, 30 χιλιόμετρα από την Σαμσούντα, δέχθηκαν επίθεση από τους Τσέτες του Τοπάλ Οσμάν και του πρωτοπαλίκαρού του, του Οσμάν Νουρή και σκοτώθηκαν σχεδόν όλοι. Οι αδελφοί Σαράφογλου που σώθηκαν, (πλακώθηκαν από τα πτώματα των άλλων), επέστρεψαν στην Σαμψούντα και εκτός που πλήρωσαν 3000 λίρες για την ελευθερία τους, υποχρεώθηκαν να υπογράψουν κι ένα έγγραφο (για τους ξένους), στο οποίο βεβαίωναν ότι δέχθηκαν επίθεση από… Έλληνες αντάρτες.
Στην τέταρτη αποστολή 12-25 Ιουνίου, κάλεσαν να παρουσιαστούν οι φυγόστρατοι, που κρύβονταν στα ταβάνια…(Ταβάν Ταμπουρού), απειλώντας ότι αν δεν το έκαμναν, θα εξόριζαν τις οικογένειές τους. Ήταν 580 νέοι και είχαν επίσημες διαβεβαιώσεις ότι θα υπηρετήσουν σε βοηθητικά έργα του στρατού. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζαν την τύχη των προηγουμένων αποστολών. Έφθασαν μέσω Μερζιφούντα στο Τσορούμ κι εκεί στάθμευσαν. Τους έδεσαν πισθάγκωνα και τους σκότωσαν με ρόπαλα, αξίνες, σκαπάνες, ξιφολόγχες και πυροβόλα. Η θέση που έγινε η σφαγή λέγεται Σεϊτάν-ντερέ (ποτάμι του διαβόλου). Τα πτώματα έμειναν άταφα, βορά στα όρνεα και τα τσακάλια.
Η πέμπτη αποστολή ξεκίνησε 9 Ιουλίου. Όλοι νέοι, 365 στον αριθμό, ενώθηκαν με άλλους 700 από Κερασούντα και Ορντού κι όλοι μαζί αφού ληστεύθηκαν, οδηγήθηκαν σχεδόν γυμνοί στην Αμάσεια. Τους περιέφεραν πεινασμένους και ταλαιπωρημένους από χωριό σε χωριό για θέαμα, δέχθηκαν επιθέσεις από εξαγριωμένους χωρικούς και τελικά σχεδόν όλοι αποδεκατίσθηκαν.
Η έκτη αποστολή έγινε 11-14 Αυγούστου και είχε 262 άτομα, όλα ηλικιωμένα. Ο επικεφαλής αξιωματικός προστάτευσε αυτήν την αποστολή από τα επικίνδυνα περάσματα του Τσουμπούς-Χαν, Καβάκ και Χάβζα και μετά από πορεία 70 ημερών οδηγήθηκαν στον προορισμό τους, στην Μαλάτεια. Ήταν ο Κιαμίλ μπέης που είχε όμως δεχθεί κι ένα γερό φιλοδώρημα.
Το ίδιο διάστημα έγιναν άλλες 3 αποστολές και όλες είχαν προορισμό την Μαλάτεια.
Οι πλαγιές και οι χαράδρες του βουνού Τελίκ-τας είναι όλες κατάσπαρτες από τα κόκκαλά τους.
Η περιοχή ερημώθηκε. Η πόλη με το τόσο σημαντικό για το εμπόριο στην Μαύρη θάλασσα λιμάνι, το καμάρι του Πόντου, η προοδευτική και πλούσια Σαμψούντα είχε μαραζώσει.
Έξι χιλιάδες ήταν το σύνολο των εκτοπισθέντων, μόνο από την περιοχή της. Τα 394 χωριά των περιχώρων τα περιέλαβε ο Τοπάλ Οσμάν, σκότωσε, ατίμασε κι έκαψε, όσο δεν έπαιρνε άλλο. Έκαιγε εκκλησίες και σχολεία γεμάτα γυναικόπαιδα και μετά έκαιγε κι όλο το χωριό.
Νεκρώθηκαν τα πάντα. Στην πόλη έμειναν μόνο παιδιά κάτω των 13, γυναίκες και λίγοι γέροντες. Όσοι νέοι δεν παραδόθηκαν, ανέβηκαν στο βουνό με τους αντάρτες και σώθηκαν σχεδόν όλοι.
Δύο μαρτυρίες από τις πολλές που καταγράφηκαν, θα αναφέρω ενδεικτικά. Η μία του Παναγιώτη Γαβριηλίδη από το Αγρίνιο που ήταν ένας από τους ελάχιστους επιζήσαντες από την σφαγή στο Καβάκ. Κι η άλλη του ιερέα Χαράλαμπου Παπαδόπουλου από το Αιτωλικό της Αιτωλοκαρνανίας ,του οποίου η αποστολή, αφού πέρασε από Καβάκ, Γενή-Χαμιτιέ, Αμάσεια, Κουρούμ-Τσορί, Τοκάτ, Σεβάστεια, Μαλάτεια, έφθασε στο Ντιάρ- Μπεκίρ, αλλά αποδεκατισμένη. Από τα 1200 άτομα , είχαν μείνει μόνο 28 κι αυτοί σε κακά χάλια.
Πολλοί έγραψαν… πολλά για τότε. Ερευνητές ιστορικοί και λογοτέχνες, μας κάνανε να δακρύσουμε. Δοκίμασα κι εγώ… Ο Ιωάννης Χίντζογλου, ο παππούς μου χάθηκε στα τάγματα εργασίας σε μία από τις 9 αποστολές. Δεν μάθαμε ποτέ τίποτε γι αυτόν, ούτε κι ο μπαμπάς μου θυμόταν κάτι, γιατί ήταν μόνο 5 ετών. Ένοιωθα την υποχρέωση να φωτίσω κάπως την σκοτεινή ζωή του και μαζί όλων των αμελέδων που πορεύτηκαν μαζί του στο δρόμο του θανάτου. Ο «αμελές» Γιοβάννης έγινε έτσι ό ήρωας του βιβλίου μου, ο ήρωάς μου. Αυτό μου έδωσε μια περίεργη χαρά και μαζί μια γαλήνη.
Με το βιβλίο αυτό νοιώθω ότι κάνω μια δέηση στη μνήμη του… παρέα μ’ όλους εσάς. Ένα μνημόσυνο για τους αμελέδες, τους άγνωστους μάρτυρες της Μικρασίας!
ΥΓ Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου μου «Αμελές Γιοβάννης»

