Αυστηρότερους κανόνες για τη χορήγηση της βασικής κοινωνικής ενίσχυσης σε πολίτες κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξετάζουν οι υπουργοί Εσωτερικών των γερμανικών κρατιδίων, με στόχο, όπως υποστηρίζουν, την αντιμετώπιση οργανωμένων κυκλωμάτων απάτης που εκμεταλλεύονται το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.
Το ζήτημα τέθηκε στο επίκεντρο της πρόσφατης Διάσκεψης των Υπουργών Εσωτερικών στο Αμβούργο. Οι υπουργοί ζητούν να εξεταστεί εάν οι πολίτες της ΕΕ που εργάζονται στη Γερμανία για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα θα πρέπει να αποκτούν τόσο εύκολα δικαίωμα πρόσβασης στη βασική κοινωνική ενίσχυση.
Οργανωμένη απάτη στο επίκεντρο
Οι γερμανικές αρχές κάνουν λόγο για οργανωμένα κυκλώματα τα οποία στρατολογούν πολίτες κυρίως από χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης, τους μεταφέρουν στη Γερμανία με εικονικές ή βραχύχρονες συμβάσεις εργασίας και στη συνέχεια υποβάλλουν αιτήσεις για κοινωνικά επιδόματα, αποκομίζοντας οικονομικά οφέλη μέσω της παράνομης εκμετάλλευσης των δικαιούχων.
Τα στοιχεία δείχνουν περιορισμένη έκταση
Παρά τη δημόσια συζήτηση, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι συγκεκριμένες περιπτώσεις αντιστοιχούν σε πολύ μικρό ποσοστό του συνολικού αριθμού των δικαιούχων κοινωνικών παροχών.
Όπως επισημαίνεται στο δημοσίευμα, οι περισσότερες αιτήσεις από πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορούν νόμιμα εργαζόμενους που συμπληρώνουν το εισόδημά τους μέσω του γερμανικού συστήματος κοινωνικής προστασίας και δεν σχετίζονται με παράνομες πρακτικές.
Ενδεχόμενες επιπτώσεις
Νομικοί και ειδικοί σε θέματα κοινωνικής πολιτικής εκφράζουν προβληματισμό ότι μια γενική αυστηροποίηση των κανόνων ενδέχεται να επηρεάσει κυρίως εργαζόμενους πολίτες της ΕΕ που διαμένουν και εργάζονται νόμιμα στη Γερμανία, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τα κυκλώματα απάτης.
Η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει ότι οι πολίτες της ΕΕ δεν δικαιούνται κοινωνική ενίσχυση κατά τους πρώτους τρεις μήνες παραμονής τους στη χώρα. Ωστόσο, όσοι έχουν εργαστεί, ακόμη και για σύντομο χρονικό διάστημα, μπορούν υπό προϋποθέσεις να αποκτήσουν πρόσβαση στο σύστημα κοινωνικών παροχών, γεγονός που οι υπουργοί επιθυμούν πλέον να επανεξετάσουν.
Οι προτάσεις βρίσκονται ακόμη σε στάδιο εξέτασης και δεν έχουν μετατραπεί σε νομοθετικές ρυθμίσεις. Για να εφαρμοστούν οι αλλαγές θα απαιτηθούν αποφάσεις σε ομοσπονδιακό επίπεδο και ενδεχομένως τροποποιήσεις της σχετικής γερμανικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

